​"Αναφορά- αίτηση" κατέθεσε η πρώην υπουργός Βάσω Παπανδρέου στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για το θέμ�� που προέκυψε σχετικά με την έρευνα του ΣΔΟΕ στα περιουσιακά της στοιχεία, με αφορμή δημοσίευμα της κυριακάτικης εφημερίδας «Πρώτο Θέμα».

Η κα Παπανδρέου αφού τονίζει ότι θεωρεί αυτονόητη και θεμελιώδη την υποχρέωσή της να αποδέχεται κάθε νόμιμο έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές με προθυμία και πνεύμα θετικής συνεργασίας, υπενθυμίζει πως και η ίδια έχει παρέμβει και πρωταγωνιστήσει στο παρελθόν για τον έλεγχο πολιτικών προσώπων και δημοσίων υπαλλήλων.

Όπως υπογραμμίζει η κα Παπανδρέου από την ανάμειξή της στα κοινά και συνεχώς μέχρι και σήμερα καταθέτει ανελλιπώς τις κάθε είδους αναγκαίες δηλώσεις (φορολογικές - «πόθεν έσχες»), όπως προβλέπεται στον νόμο, και παραθέτει τα περιουσιακά της στοιχεία. Επίσης, η πρώην υπουργός τονίζει ότι έχει καταθέσεις μόνο σε ελληνικές τράπεζες, από τα νόμιμα εισοδήματά της ως Βουλευτή, Υπουργού και Επιτρόπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ότι δεν έχει κανένα άλλο περιουσιακό στοιχείο, ούτε στην Ελλάδα ούτε στο εξωτερικό, ότι δεν έχει άλλα τραπεζικά ή χρηματιστηριακά προϊόντα ή τίτλους, ότι δεν συμμετέχει, με οποιαδήποτε ιδιότητα, σε οποιαδήποτε εταιρία ή επιχείρηση και ότι δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με εξωχώριες (off shore) εταιρίες.

Σύμφωνα με την κα Παπανδρέου, δεν υφίσταται καμία εύλογη αφορμή για τη διενέργεια του ελέγχου, αντίθετα, η επιλογή της συγκεκριμένης χρονικής, πολιτικής και κοινωνικής συγκυρίας, που διακρίνεται από συνθήκες σκληρής δοκιμασίας του Λαού και πολιτική αβεβαιότητα, και η αμεσότητα της διαρροής του εγγράφου του ΣΔΟΕ, δημιουργούν τις συνθήκες να πληγεί η τιμή και η υπόληψή της.

Η κα Παπανδρέου ζητεί να γίνουν όλες οι νόμιμες ενέργειες, ώστε ο έλεγχος να επισπευσθεί και να ολοκληρωθεί γρήγορα και να της χορηγηθεί αντίγραφο του πορίσματος, προκειμένου να καταστεί δυνατό να αποκαταστήσει δημόσια το όνομά της και να στραφεί κατά των υπαιτίων. Επιπλέον, ζητεί να υπάρξει «περαιτέρω έρευνα των κινήτρων, της παράνομης διαρροής και των άλλων περιστάσεων της άκαιρης και ατεκμηρίωτης στοχοποίησής μου, που έγινε χωρίς να συντρέχει οποιαδήποτε ένδειξη ή τεκμήριο».