​Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) απειλεί να διακόψει την χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών, με την ελπίδα ότι δεν θα χρειασθεί να τo κάνει. Αυτό αναφέρει δημοσίευμα του πρακτορείου Bloomberg, το οποίο υπενθυμίζει την σαφή θέση της τράπεζας,δια στόματος Μάριο Ντράγκι, πως «χωρίς πρόγραμμα δεν εγγυόμαστε ρευστό από εμάς».

«Ο Ντράγκι επαναλαμβάνει την ίδια τακτική που εφάρμοσε στην Ιρλανδία και την Κύπρο, όπου ο κίνδυνος να κλείσει η στρόφιγγα της χρηματοδότησης από την ΕΚΤ έπεισε τους πολιτικούς να κινητοποιηθούν» σημειώνει το άρθρο. Καθώς λοιπόν, ο ΣΥΡΙΖΑ προηγείται στις δημοσκοπήσεις, «η ΕΚΤ σηματοδοτεί την πρόθεσή της να αποσύρει την χρηματοδότηση των 30 δισ. ευρώ, εάν η Ελλάδα περιέλθει σε κρίση που θα την φέρει τελικά εκτός ευρωζώνης».

Ο Τζέιμς Νίξον (James Nixon), επικεφαλής οικονομολόγος της Oxford Economics για την Ευρώπη, δηλώνει ότι «θα ήταν αξιοσημείωτο εάν πραγματικά εφαρμοζόταν κάτι τέτοιο και θα σήμαινε ότι η Ελλάδα οδεύει σε έξοδο από το ευρώ».

Από το 2010, η ΕΚΤ αποδέχεται τα κρατικά ομόλογα της Ελλάδας και τους υποστηριζόμενους από το δημόσιο τίτλους ως collateral στις λειτουργίες αναχρηματοδότησής της, όσο η κυβέρνηση συμμορφώνεται με τα μέτρα λιτότητας και τις υποσχέσεις για μεταρρυθμίσεις, με βάση τις διεθνείς συμφωνίες διάσωσης.

Οι ελληνικές τράπεζες στηρίζονται σε αυτές τις λειτουργίες για την χρηματοδότηση των 45 δισ. ευρώ. Ο χρόνος όμως περνάει και η τρέχουσα συμφωνία με την τρόικα λήγει στο τέλος Φεβρουαρίου. Μια συμφωνία για μια ενισχυμένη προληπτική γραμμή στήριξης (ECCL) μπορεί να είναι μια αρκετή δύσκολη διαπραγμάτευση για τον πρωθυπουργό Αν. Σαμαρά. Για τον ηγέτη του ΣΥΡΙΖΑ, Αλ. Τσίπρα, μπορεί να είναι αδύνατη εάν συνεχίσει να απορρίπτει τα μέτρα λιτότητας και να επιμένει στην απομείωση του ελληνικ��ύ χρέους.

Το μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου της ΕΚΤ, Μπενότι Κορέ (Benoit Coeure), ο οποίος εκπροσωπεί την τράπεζα σε διεθνή ζητήματα, δήλωσε πρόσφατα πως «όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα των εκλογών, η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις».

Μια λύση για τις τράπεζες που έχασαν την χρηματοδότηση της ΕΚΤ στο παρελθόν, ήταν ο Έκτακτος Μηχανισμός Ρευστότητας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ELA). Είναι ένα μέσο που η Ελλάδα πρόκειται να ξαναδοκιμάσει (το είχε χρησιμοποιήσει το 2012 μετά από την αναδιάρθρωση), ανεξαρτήτως του αποτελέσματος των εκλογών.

Από την 1η Μαρτίου, η ΕΚΤ δεν θα δέχεται πλέον κάποιες μορφές τραπεζικών ομολόγων μη καλυμμένων από κρατικές εγγυήσεις. Τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα πιθανώς θα πρέπει να καλύψουν το κενό με τον ELA. Ενώ τα κεφάλαια παρέχονται από την εθνική κεντρική τράπεζα με δικό της ρίσκο, πρέπει να εγκριθούν από την ΕΚΤ, δίνοντάς της ακόμη μόχλευση.

Αυτό είναι ένα ζήτημα για την Ελλάδα, όπου οι τράπεζές της είναι μεταξύ των περισσότερο εξαρτημένων από τα κεφάλαια της κεντρικής τράπεζας. Η αναχρηματοδότηση αντιστοιχεί σε περίπου 11%-12% του ισολογισμού του εθνικού τραπεζικού κλάδου, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ.

Αυτό το ποσοστό μπορεί να αυξηθεί εάν οι Έλληνες καταθέτες αυξήσουν τις απόσυρση καταθέσεων εν τω μέσω της πολιτικής αβεβαιότητας. Οι εκταμιεύσεις διαμορφώθηκαν στα 3 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο και έχουν ενισχυθεί έκτοτε, σύμφωνα με Έλληνα τραπεζίτη με γνώση του θέματος.

Αυτό που έχει σημασία σε όλη την συζήτηση, είναι πώς θα αντιμετωπιστεί η χώρα εάν η ΕΚΤ αποφασίσει να ξεκινήσει την αγορά κρατικών ομολόγων για να καταπολ��μήσει την απειλή του αποπληθωρισμού στην ευρωζώνη. Η ΕΚΤ θα εξετάσει ένα πακέτο νομισματικής χαλάρωσης QE στη συνεδρίαση της 22ας Ιανουαρίου.

Τελικά, οι Έλληνες ψηφοφόροι και η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να αποφασίσουν πόσο είναι έτοιμοι να οδηγήσουν τις προσπάθειες λιτότητας, προτού αντιδράσει η ΕΚΤ.

«Δεν θα είναι προς το συμφέρον του Αλ. Τσίπρα να βάλει την κυβέρνησή του σε τροχιά σύγκρουσης με την ΕΚΤ. Αλλά θα δούμε ακραίες διπλωματικές κινήσεις και μικροπολιτικές τακτικές προτού μια ενδεχόμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ κάνει την στροφή», αναφέρει ο καθηγητής ευρωπαϊκής πολιτικής και οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Οικονομικών της Αθήνας, Γιώργος Παγουλάτος.