Έγινε γνωστό το περιεχόμενο του υπ' αριθμ.3/2014 αμετάκλητου βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου, με το οποίο παραπέμπεται στο Ειδικό Δικαστήριο, σύμφωνα με το νόμο περί ευθύνης υπουργών, ο πρώην υπουργός Οικονομικών Γιώργος Παπακωνσταντίνου, με την κατηγορία ότι διέγραψε από τη «λίστα Λαγκάρντ» τα ονόματα τριών συγγενικών προσώπων του.

Ειδικότερα, στο «δια ταύτα» του το βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου αναφέρει μεταξύ άλλων ότι παραπέμπει ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου τον κατηγορούμενο Γεώργιο Παπακωνσταντίνου «για να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι στην Αθήνα, σε μη επακριβώς προσδιορισμένη ημερομηνία εντός του χρονικού διαστήματος από 30-9-2010 έως 16-6-2011, έχοντας την ιδιότητα του υπαλλήλου και συγκεκριμένα του Υπουργού των Οικονομικών της Ελληνικής Κυβερνήσεως και ενεργώντας κατά την άσκηση των καθηκόντων αυτού ως Υπουργού Οικονομικών, με μία πράξη τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, που προβλέπονται στο νόμο και τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές».

Αναφέρεται ακόμη ότι «με πρόθεση νόθευσε έγγραφο που ήταν προσιτό σ' αυτόν λόγω της υπηρεσίας του, έχοντας σκοπό να προσπορίσει σε άλλον αθέμιτο όφελος με βλάβη του Δημοσίου, σε βάρος του οποίου απειλήθηκε ζημία που υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ και είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Περισσότερο συγκεκριμένα αναφέρεται ότι «κατά τις τελευταίες νυκτερινές ώρες της 29-9-2010, με την ως άνω ιδιότητα, έλαβε στην κατοχή του, από τη Γενική Διεύθυνση Δημοσίων Οικονομικών του Υπουργείου Οικονομικών της Γαλλίας, στα πλαίσια νόμιμης διοικητικής συνδρομής, έναν ψηφιακό δίσκο αποθήκευσης δεδομένων CD, που περιείχε σε ηλεκτρονική μορφή, μέσα σε ηλεκτρονικό φάκελο (folder) με την ονομασία «GREECE», δύο χιλιάδες εξήντα δύο (2.062) καρτέλες κίνησης λογαριασμών, τα οποία αντιστοιχούσαν σε φυσικά και νομικά πρόσωπα, που συνδέονταν φορολογικώς με την Ελλάδα και φέρονταν να έχουν καταθέσεις στην τράπεζα «ΗSBC», στη Γενεύη της Ελβετίας, κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο 2005 μέχρι το Φεβρουάριο 2007».

Στη συνέχεια, όπως επίσης αναφέρεται στο βούλευμα , αντέγραψε, με ηλεκτρονικό υπολογιστή, το περιεχόμενο του εν λόγω ψηφιακού δίσκου CD σε φορητή μονάδα αποθήκευσης USB, την οποία, την 5-7-2011, απέστειλε στον Ιωάννη Διώτη, τότε Ειδικό Γραμματέα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) και την οποία εμφάνισε ως πιστό αντίγραφο του ως άνω CD και δυναμένη, ως εκ τούτου, να παράσχει πίστη στις ελεγκτικές φορολογικές αρχές ή σε οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία. Πριν την κατά τα ανωτέρω αποστολή της, όμως, από το περιεχόμενο της εν λόγω φορητής μονάδας αποθήκευσης USB διέγραψε, με ηλεκτρονικό υπολογιστή, τρία (3) ηλεκτρονικά αρχεία που έφεραν τις ονομασίες (file names): «B9010138503.xls», β) «B9010140694.xls» και γ) «B9010140695.xls» και αφορούσαν, αντίστοιχα, στους συγγενείς του α) Ανδρέα Ρωσσώνη του Ιωάννη, σύζυγο της Μαρίνας Παπακωνσταντίνου του Μιχαήλ, πρώτης εξαδέλφης του κατηγορουμένου, β) Συμεών Σικιαρίδη του Ιωάννη, σύζυγο της Ελένης Παπακωνσταντίνου του Μιχαήλ, πρώτης εξαδέλφης του κατηγορουμένου και γ) Ελένη Παπακωνσταντίνου του Μιχαήλ, σύζυγο Συμεών Σικιαρίδη, πρώτη εξαδέλφη του κατηγορουμένου.

Καταλογίζεται επίσης εις βάρος του ότι «μετά την ενέργεια αυτή, στη φορητή μονάδα αποθήκευσης USB, που στάλθηκε στον Ιωάννη Διώτη για τη διενέργεια οικονομικού ελέγχου, ήταν, πλέον, καταγεγραμμένα μόνο δύο χιλιάδες πενήντα εννέα (2.059) ηλεκτρονικά αρχεία και όχι το σύνολο του περιεχομένου του ψηφιακού δίσκου CD, τον οποίο ο κατηγορούμενος είχε παραλάβει από τη Γαλλία και, τελικώς, απέκρυψε. Από τη νόθευση αυτή μπορούσαν να παραπλανηθούν οι αρμόδιοι υπάλληλοι του Υπουργείου Οικονομικών ως προς τον αριθμό των προσώπων, των οποίων τα εισοδήματα έπρεπε να ελεγχθούν και ως προς τον υπολογισμό του αναλογούντος φόρου και να παραλειφθεί ο έλεγχος των ως άνω συγγενών του κατηγορουμένου».

Το δικαστικό συμβούλιο συμπεραίνει ότι με τη νόθευση, ο κατηγορούμενος σκόπευε αφ' ενός να αποκρύψει το γεγονός ότι τα ονόματα των συγκεκριμένων συγγενών του περιέχονταν σ��ον προαναφερθέντα ψηφιακό δίσκο CD (που αποτελούσε μέρος καταλόγου γνωστού διεθνώς ως «λίστα Falciani») και, με τον τρόπο αυτό, να αποφύγει βλάβη της πολιτικής του εικόνας ως Υπουργού Οικονομικών και αφ' ετέρου να προσφέρει παράνομο περιουσιακό όφελος στους εν λόγω συγγενείς του, αφού, με την ίδια ενέργεια, αυτοί θα απέφευγαν τον φορολογικό έλεγχο.

Υποστηρίζει επίσης ότι έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ο πρώην Υπουργός Οικονομικών, επιχείρησε πράξη που περιείχε, τουλάχιστον, αρχή εκτελέσεως, πλην, όμως, το κακούργημα δεν ολοκληρώθηκε από αίτια εξωτερικά και ανεξάρτητα από τη θέλησή του. «Ειδικότερα, κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή τη διαχείριση φόρων, αφού μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα, επιχείρησε να ελαττώσει εν γνώσει του, για να ωφεληθούν άλλοι, τη δημόσια περιουσία, της οποίας η διαχείριση του ήταν εμπιστευμένη, η δε αντίστοιχη ζημία, που απειλήθηκε σε βάρος του Δημοσίου υπερέβαινε το ποσό των 150.000 ευρώ και ήταν ιδιαιτέρως μεγάλη».