Τις διαδικασίες για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας ορίζει σαφώς το Σύνταγμα στο άρθρο 32, στις οποίες όμως «κρύβεται» και η δυνατότητα επίσπευσης της εκλογής, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Το άρθρο 32 του Συντάγματος προβλέπει συγκεκριμένα:

«H εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τη Bουλή γίνεται με ονομαστική ψηφοφορία και σε ειδική συνεδρίαση, που συγκαλείται από τον Πρόεδρο της Bουλής έναν τουλάχιστο μήνα πριν λήξει η θητεία του εν ενεργεία Προέδρου της Δημοκρατίας, κατά τα οριζόμενα στον Kανονισμό της Bουλής.

Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται εκείνος που συγκέντρωσε την πλειοψηφία των δύο τρίτων του συνολικού αριθμού των βουλευτών.

Aν δεν συγκεντρωθεί η πλειοψηφία αυτή, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται ύστερα από πέντε ημέρες.

Aν δεν επιτευχθεί ούτε στη δεύτερη ψηφοφορία η οριζόμενη πλειοψηφία, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται ακόμη μία φορά ύστερα από πέντε ημέρες, οπότε εκλέγεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκείνος που συγκέντρωσε την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών.

Aν δεν επιτευχθεί ούτε και στην τρίτη ψηφοφορία η αυξημένη αυτή πλειοψηφία, η Bουλή διαλύεται μέσα σε δέκα ημέρες από την ψηφοφορία, και προκηρύσσεται εκλογή για ανάδειξη νέας Bουλής».

Όπως προκύπτει, υπάρχει η δυνατότητα να διεξαχθεί νωρίτερα η ψηφοφορία, καθώς γίνεται λόγος για εκκίνηση της διαδικασίας το αργότερο («τουλάχιστον») ένα μήνα πριν λήξει η θητεία του κ. Παπούλια (τον Φεβρουάριο του 2015), αλλά χωρίς να υπάρχει περιορισμός ως προς το αντίθετο, δηλαδή για το νωρίτερο που μπορεί να ξεκινήσει η διαδικασία.

Αν πάντως υπήρχε παραίτηση του κ. Παπούλια θα επροκαλείτο νομικό πρόβλημα για το αν μπορεί να ψηφίσει ο Πρόεδρος της Βουλής κ. Β . Μεϊμαράκης, ο οποίος θεσμικά ασκεί καθήκοντα Προέδρου της Δημοκρατίας όσο διάστημα «χηρεύει» η θέση. Παρόμοιο ζήτημα προκλήθηκε με την παραίτηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1985, όταν και ξέσπασε σφοδρή νομική και πολιτική διαμάχη για το εάν εδικαιούτο να ψηφίσει ο τότε Πρόεδρος της Βουλής Ιωάννης Αλευράς (ο οποίος τελικά ψήφισε).