«Η κυβέρνηση ζητάει στην ουσία από την τρόικα μια περίοδο χάριτος ώστε τα νέα επώδυνα μέτρα να μην ανακοινωθούν τώρα» εκτιμά ο υπεύθυνος της Οικονομικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, Γιάννης Μηλιός σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.

«Στόχος της κυβέρνησης είναι να πειστούν κάποιοι βουλευτές να ψηφίσουν την παράταση της ζωής αυτής της κυβέρνησης μέσα από την προεδρική εκλογή και συνεπώς τη συνέχιση της πολιτικής λιτότητας. Ο προϋπολογισμός δείχνει την ουσία της κυβερνητικής πολιτικής και μάλιστα με μια προσπάθεια ενός φερετζέ, δηλ. να κρυφτούν τα μέτρα που πρόκειται να παρθούν την αμέσως προσεχή περίοδο. Ο προϋπολογισμός βρίσκεται στον αέρα από κάθε άποψη» υποστηρίζει ο κ. Μηλιός.

Σύμφωνα με τον υπεύθυνο της Οικονομικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ «όταν αυτός ο Προϋπολογισμός, αυτή η πολιτική συγκεντρώνει 155 ψήφους, είναι υπερβολικό να θεωρήσουμε, αν δεν συμβαίνουν άλλα περίεργα πράγματα, ότι θα υπάρξουν 180 βουλευτές οι οποίοι θα ψηφίσουν για την παράταση αυτής της πολιτικής, ενώ την καταψηφίζουν όταν έρχεται με την πιο καθαρή μορφή της, τον Προϋπολογισμό. Η εκτίμησή μας είναι ότι είναι αδύνατο να βρεθούν οι 180 βουλευτές που θα υποστηρίξουν το κυβερνητικό στρατόπεδο και τη συνέχιση αυτής της πολιτικής. Θα πρέπει το γρηγορότερο, γιατί αυτό είναι υπέρ της ομαλότητας, αλλά και της εξομάλυνσης του κλίματος, του ξεκαθαρίσματος των πραγμάτων, να υπάρξει συμφωνία για προσφυγή στις κάλπες».

Ο υπεύθυνος της Οικονομικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ εκτιμά ότι «η τεχνητή παράταση του μνημονίου είναι ένας νεολογισμός, ο οποίος προσπαθεί να συγκαλύψει τα πράγματα... Όσο παραμένει η κυβέρνηση Σαμαρά -Βενιζέλου τόσο περισσότερο θα διατηρείται η πολιτική της λιτότητας. Αν η κυβέρνηση αυτή μείνει μέχρι το 2016, θα έχουμε μέχρι τότε μνημόνια».

Ο κ. Μηλιός σημειώνει ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει μαγικό ραβδί. Δεν είναι ο σούπερμαν. Οι κοινωνικές αλλαγές, η αλλαγή πορείας δεν γίνονται χωρίς τη συμμετοχή και την παρέμβαση του λαού. Εντούτοις, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει εναλλακτικό πρόγραμμα. Αυτό είναι που υποσχόμαστε, δεν είναι η επαναφορά των πάντων στο επίπεδο του 2008, αλλά τη δημοκρατική μεταρρύθμιση του κράτους και πρώτα από όλα την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης».