«Σε σχέση με το μεγάλο θέμα που ενδιαφέρει τη χώρα που είναι η έξοδος από την κρίση, το μνημόνιο, την επιτήρηση της τρόικας και η μετάβαση σε μια νέα σελίδα, είναι προφανές ότι υπάρχουν δυσκο��ίες. Ότι η διαπραγμάτευση είναι πολύπλοκη και σκληρή. Γιατί πρόκειται για μια διαπραγμάτευση με την οποία λήγει το τρέχον πρόγραμμα και ανοίγει ένα νέο πλαίσιο, ένα νέο θεσμικό καθεστώς τελείως διαφορετικής ποιότητας, που διασφαλίζει την ουσιαστική ισοτιμία της Ελλάδας μέσα στην ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση» δήλωσε από τις Βρυξέλλες ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Βενιζέλος.

Ο ίδιος υποστήριξε ότι «εάν δεν είχαμε μια τόσο στείρα και αντιπαραγωγική εσωτερική πολιτική κατάσταση, η διαπραγμάτευση θα ήταν ευκολότερη και τα αποτελέσματα θα ήταν πολύ πιο προσιτά και απτά». Για τον ίδιο λόγο ζήτησε «να καταλάβουν όλοι οι Έλληνες ότι χωρίς εσωτερικό μέτωπο συναινετικό, χωρίς μια αλληλοκατανόηση και μια συστράτευση, δεν μπορούμε να πετύχουμε αυτούς τους εθνικούς στόχους».

Στο ίδιο πνεύμα ο κ. Βενιζέλος πρόσθεσε, διατυπώνοντας αιχμές προς τον ΣΥΡΙΖΑ χωρίς να τον κατανομάσει: «Και δεν είναι δυνατόν δυνάμεις πολιτικές που διεκδικούν να παίξουν κάποιο ρόλο στον τόπο, να μην αντιλαμβάνονται ότι οφείλουν να συμβάλουν προς το καλό της ελληνικής οικονομίας και του κάθε ελληνικού νοικοκυριού. Γιατί αυτό είναι που «παίζεται» τώρα. Παίζεται το μέλλον της πραγματικής οικονομίας, κάθε εργαζόμενου, κάθε επιχειρηματία, κάθε άνεργου. Παίζεται το μέλλον της Ελλάδας. Το μέλλον που της αξίζει. Γιατί έχουμε να παρουσιάσουμε εξαιρετικά θετικά αποτελέσματα».

Ο αντιπρόεδρος και υπουργός Εξωτερικών αναφέρθηκε στα θετικά θεμελιώδη στοιχεία της ελληνικής οικονομίας, τα οποία χαρακτήρισε «πάρα πολύ καλά», όπως «το πρωτογενές πλεόνασμα, ο θετικός ρυθμός ανάπτυξης, η ισχύς και η ευστάθεια του τραπεζικού συστήματος, η δυνατότητα να διαμορφώσουμε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο» και κατέληξε στη δήλωσή του: «Αυτά είναι στοιχεία πολύ σημαντικά στην πλάστιγγα της διαπραγμάτευσης. Από την άλλη μεριά όμως, έχουμε τη γκρίνια, τη μιζέρια, τον μικροκομματισμό, την έλλειψη συναίνεσης, τις μικρές κομματικές υστεροβουλίες. Αυτά πρέπει να τα ξεπεράσουμε».