Τα ονόματα του Χριστόδουλου Ξηρού και του Νίκου Μαζιώτη βρέθηκαν στο επίκεντρο των συζητήσεων που είχε στην Ουάσινγκτον ο υπουργός Δημόσιας Τάξης, Βασίλης Κικίλιας, με αξιωματούχους της CIA και του FBI.

Οι διεθνείς εξελίξεις και η επέλαση των τζιχαντιστών σε Ιράκ και Συρία ήταν επίσης θέματα που απασχόλησαν, ωστόσο η εσωτερική τρομοκρατία ήταν εκείνη που κυριάρχησε στις συναντήσεις του υπουργού.

Η αμερικανική πλευρά επιθυμεί διακαώς τη σύλληψη του Ξηρού επειδή, όπως τονίστηκε, ήταν ηγετικό στέλεχος της οργάνωσης 17 Νοέμβρη και επειδή συμμετείχε σε δολοφονίες Αμερικανών υπηκόων, ενώ κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ακούστηκε και το όνομα του Νίκου Μαζιώτη.

Σύμφωνα με διπλωματική πηγή, «δεν θα αποτελέσει καθόλου έκπληξη η επικήρυξη του Ξηρού με μεγάλο χρηματικό ποσό από την αρμόδια υπηρεσία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ».

Όλοι οι αξιωματούχοι που δέχθηκαν τον κ. Κικίλια, ως «σύμμαχο εναντίον της διεθνούς τρομοκρατίας», από τον υπουργό Δικαιοσύνης Ερικ Χόλντερ μέχρι τον αρχηγό της CIA, τον διευθυντή του FBI, τον διευθυντή της Υπηρεσίας Εθνικών Πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών και τους επικεφαλής της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας στον Λευκό Οίκο, εξέφρασαν την ικανοποίησή τους για τις επιτυχίες της Ελληνικής Αστυνομίας, κάνοντας ειδική αναφορά στη σύλληψη του Νίκου Μαζιώτη.

Ο Αμερικανός υπουργός Δικαιοσύνης είπε στον κ. Κικίλια ότι «η Ελλάδα παραμένει μια ασφαλής χώρα» και «ένας πραγμα��ικός σύμμαχος των ΗΠΑ σε μια ολοένα αποσταθεροποιούμενη περιοχή» και δεν έκρυψε την ικανοποίησή του για τις πρόσφατες επιτυχίες της Ελλάδας εναντίον της τρομοκρατίας.

Ο κ. Χόλντερ ζήτησε την συνέχιση και περαιτέρω ενίσχυση της συνεργασίας των δύο πλευρών για την αντιμετώπιση, όπως είπε, «άμεσων προκλήσεων ασφάλειας, όπως το φαινόμενο του Ισλαμικού Κράτους και των ξένων μαχητών».

Στη συνάντηση του Ελληνα υπουργού με τη συντονίστρια επί θεμάτων αντιτρομοκρατίας, πρέσβειρα Τίνα Κάιντανο, τονίστηκε η επιτακτική ανάγκη για διεθνή συνεργασία με σκοπό την αντιμετώπιση του φαινομένου των ξένων τρομοκρατών.

Συμφωνήθηκε επίσης η ανταλλαγή πληροφοριών σε ό��α τα επίπεδα, κυρίως μέσω της αξιοποίησης υφιστάμενων θεσμών και διαδικασιών όπως η Interpol και το σύστημα Σένγκεν.