Ανακοίνωση -απάντηση, στους ισχυρισμούς των αξιωματούχων των Σκοπίων και συγκεκριμένα του υπουργού Εξωτερικών της ΠΓΔΜ κ. Πόποσκι που φέρεται να έχει δηλώσει στα ΜΜΕ της χώρας του – μετά τη συνάντηση που είχε στη Νέα Υόρκη με τον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης και Υπουργό Εξωτερικών, κ. Ευάγγελο Βενιζέλο – ότι η ελληνική πλευρά δεν θεωρεί προτεραιότητα της τη λύση του θέματος της ονομασίας και επειδή αυτό έχει λεχθεί κατ´επανάληψη από την πλευρά των Σκοπίων, εξέδωσε το βράδυ του Σαββάτου, το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών.

«Ο κ. Βενιζέλος επανέλαβε στον κ. Πόποσκι τις δημόσια γνωστές και καθαρές θέσεις της ελληνικής πλευράς που μετέχει ενεργά, υπεύθυνα και καλόπιστα στις συζητήσεις υπό την διεύθυνση του προσωπικού απεσταλμένου του Γενικού Γραμματέα του OHE, Μάθιου Νίμιτς», αναφέρει η ανακοίνωση και προσθέτει ότι ο κ. Βενιζέλος επεσήμανε ότι ο κ. Νίμιτς αναμένει, από τον εκπρόσωπο της ΠΓΔΜ στις συζητήσεις αυτές, να επιβεβαιώσει ημερομηνίες κατάλληλες για την επόμενη συνάντηση στη Νέα Υόρκη, καθώς ο έλληνας πρέσβης κ. Βασιλάκης έχει ήδη αποδεχθεί τις αρχικά προταθείσες από τον κ. Νίμιτς τις ημερομηνίες του Οκτωβρίου.

«Ο κ. Βενιζέλος επανέλαβε ότι η Ελλάδα έχει κάνει ήδη πολύ σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση μιας κοινά αποδέκτης σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό, μιας όμως ονομασίας για κάθε χρήση, εσωτερική και διεθνή (erga omnes). Αυτό που, συνεπώς, αναμένεται είναι η υπεύθυνη στάση και η ανταπόκριση της άλλης πλευράς», τονίζεται στην ανακοίνωση και επισημαίνεται ότι: «Ο κ. Βενιζέλος υπογράμμισε, επίσης, ότι τα θέματα τα σχετικά με την προοπτική ένταξης της ΠΓΔΜ στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ κρίνονται συλλογικά από τα κράτη-μέλη κάθε οργανισμού με βάση τα γενικά κριτήρια και τις διαδικασίες που ισχύουν για την ένταξη νέων μελών. Τα κρίσιμα ζητήματα είναι, συνεπώς, πάντα τα ζητήματα δημοκρατίας, κράτους δικαίου, διεθνοτικών σχέσεων, περιφερειακής σταθερότητας, καλής γειτονίας, αποφυγής κάθε άμεσης ή έμμεσης «αλυτρωτικής» πολιτικής. Τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου 2013 για την πολιτική διεύρυνσης και της Συνόδου των Υπουργών Εξωτερικών του ΝΑΤΟ του Ιουνίου 2014 για την πολιτική «ανοικτών θυρών» αποτυπώνουν αυτή τη συλλογική θέση»