Ανυπόστατο χαρακτήρισε ανώτατη κυβερνητική πηγή το δημοσίευμα του Reuters ότι η Ελλάδα εξετάζει την έξοδο στις αγορές το καλοκαίρι, στην περίπτωση που δεν απελευθερωθούν οι δύο «υποδόσεις» που συνδέονται με τα προαπαιτούμενα.

Η ίδια κυβερνητική πηγή δήλωσε ότι η πορεία της ελληνικής οικονομίας είναι τέτοια που δεν τίθεται θέμα για την εκπλήρωση των 12 δράσεων.

«Η έξοδος ή όχι στις αγορές είναι ένα ενδεχόμενο και παράλληλα δυνατότητα της ελληνικής κυβέρνησης αλλά σε καμία περίπτωση δεν συναρτάται με τις δράσεις που εκκρεμούν και με την εκταμίευση των δόσεων» διαμηνύει η ελληνική κυβέρνηση.

Προηγουμένως το Reuters είχε επικαλεσθεί δηλώσεις κυβερνητικού αξιωματούχου που δεν τον κατανόμαζε, σύμφωνα με τις οποίες η Αθήνα εξετάζει μία έκδοση, πιθανόν 7ετούς διάρκειας, πριν από τον Αύγουστο, για να αντλήσει 2-3 δισ. ευρώ, επωφελούμενη από τα χαμηλά επίπεδα 4,5 ετών, στα οποία κινούνται οι αποδόσεις των ομολόγων.

«Οι συνθήκες στις αγορές είναι καλές για μία νέα έκδοση ομολόγων το καλοκαίρι. Μιλάμε για μία μικρού μεγέθους έκδοση, περίπου 2-3 δισ. ευρώ, με πρωταρχικό στόχο τη συμπλήρωση της καμπύλης των αποδόσεων», πρόσθεσε ο αξιωματούχος, ο οποίος διευκρίνισε ότι η κυβέρνηση δεν έχει ακόμη διαμορφώσει όλες τις λεπτομέρειες.

Βούλτεψη: «Από επιλογή και όχι από ανάγκη η επόμενη έξοδος της Ελλάδος στις αγορές»

Σχολιάζοντας επίσης το Reuters, η κυβερνητική εκπρόσωπος Σοφία Βούλτεψη δήλωσε: «Η επόμενη έξοδος της Ελλάδας στις αγορές θα γίνει όποτε χρειαστεί, από επιλογή και όχι από ανάγκη».

Η κυβερνητική εκπρόσωπος ανέφερε ότι τόσο η απόφαση της κυβέρνησης να ανταποκριθεί στα προαπαιτούμενα προκειμένου να συνεχιστεί ομαλά η χρηματοδότηση της χώρας, όσο και οι θετικές εξελίξεις της τελευταίας περιόδου στο πεδίο της οικονομίας, σε καμιά περίπτωση δεν αιτιολογούν κινήσεις, όπως αυτές που «προαναγγέλλονται» με σημερινό δημοσίευμα, το οποίο επικαλείται δήλωση «υψηλόβαθμου αξιωματούχου του υπουργείου των Οικονομικών».

Πέραν τούτου, πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση σημειώνει με ικανοποίηση την σημερινή άντληση ποσού 1,3 δισ. ευρώ, μέσω τρίμηνων εντόκων γραμματίων, με επιτοκιακό κόστος που για πρώτη φορά έπεσε κάτω από το 2% (1,80% έναντι 2,13% κατά την δημοπρασία της 13ης Μαΐου).