«Η έξοδος της χώρας στις αγορές, αποτελεί μια σημαντική και καθοριστική εξέλιξη προς την κατεύθυνση αυτή. Το κόστος της προσπάθειας θα μπορούσε να είναι πολύ μικρότερο και η έξοδος στις αγορές θα μπορούσε να έχει γίνει νωρίτερα, αν υπήρχε από την αρχή εθνική συνεννόηση».

Αυτό αναφέρει ανακοίνωση που εξέδωσε το γραφείο Τύπου του Γιώργου Παπανδρέου, με την οποία ο πρώην πρωθυπουργός εξαπολύει επίθεση στη ΝΔ για τη στάση της ενόσω ο ίδιος βρισκόταν στο τιμόνι της χώρας αλλά και στον ΣΥΡΙΖΑ για τις «υποσχέσεις» ότι θα έσκιζε το Μνημόνιο.

«Το διάστημα που μεσολάβησε από την εκδήλωση της κρίσης, η χώρα ταλανίστηκε από ένα ψευτοδίλημμα - υπέρ ή κατά του μνημονίου- ως αυτό να ήταν το πρόβλημα και όχι ό,τι οδήγησε σε αυτό. Τότε, η ΝΔ, χαρακτήριζε "λάθος" τις επιλογές της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, που οδήγησαν στο αποτέλεσμα που τώρα όλοι βλέπουμε και πρότεινε Ζάππεια και 18 δισ. ευρώ ισοδύναμα μέτρα. Σήμερα, πανηγυρίζει, αλλά ποτέ δεν έκανε πράξη κάτι από όσα είχε προτείνει. Τότε, ο ΣΥΡΙΖΑ, μας διαβεβαίωνε ότι, θα έσχιζε το μνημόνιο. Σήμερα, θέλει να συνεχίσουμε να δανειζόμαστε με βάση τις προβλέψεις του μνημονίου. Συμπέρασμα: οι πρωτεργάτες του αντιμνημονιακού αγώνα και του λαϊκισμού, ανέκρουσαν πρύμναν. Μπροστά στην αλήθεια και την πραγματικότητα, όλοι ήρθαν στα μέτρα τους. Μόνο που η ��ώρα έχασε δύο πολύτιμα χρόνια» αναφέρει –μεταξύ άλλων ο κ. Παπανδρέου.

Ο πρώην πρωθυπουργός τονίζει ότι η σημερινή εξέλιξη αποτελεί «ένα μεγάλο βήμα» αλλά υπογραμμίζει ότι «αυτό το βήμα θα μείνει μετέωρο, αν η χώρα δεν αλλάξει» και δεν συνεχιστεί «η μεταρρυθμιστική προσπάθεια που ξεκίνησε το 2009».

«Απαιτείται εθνική συνεννόηση και συνεργασία των πολιτικών δυνάμεων για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων, με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα. Θα ήταν κρίμα, σε δύο χρόνια από σήμερα να παρακολουθούμε την επανάληψη των ίδιων ακριβώς συμπεριφορών, αλλά για ένα μεγάλο διακύβευμα, που αφορά το μέλλον των Ελλήνων και την ανάγκη να σταθούν απέναντι σε ένα όλο και πιο σύνθετο κόσμο που αλλάζει ραγδαία, με αξιοπρέπεια» προσθέτει ο πρώην πρωθυπουργός και καταλήγει: «Ας μην χάσουμε, λοιπόν και άλλα δύο χρόνια».