Κερδισμένους και χαμένους έχει η ρύθμιση που προωθεί το υπουργείο Οικονομικών για τον φόρο υπεραξίας στα ακίνητα, η οποία, βέβαια, έχει μπερδέψει ουκ ολίγους φορολογούμενους που σκόπευαν να μεταβιβάσουν ή να πουλήσουν ακίνητη περιουσία.

Αυτοί που δεν θα βάλουν το χέρι στην τσέπη είναι όσοι έχουν ακίνητα στην κατοχή τους για διάστημα μεγαλύτερο των 25 ετών ή έχουν κέρδος από την πώληση χαμηλότερο των 25.000 ευρώ και έχουν κρατήσει το ακίνητο για τουλάχιστον πέντε χρόνια.

Για όσους έχουν το ακίνητο ακριβώς 25 χρόνια, ο φόρος θα περιορίζεται σε συνάρτηση με τον πληθωρισμό, με το τελικό σχέδιο να προβλέπει ότι η τιμή κτήσης θα υπολογίζεται ξανά λαμβάνοντας υπόψη τον πληθωρισμό των ετών που μεσολάβησαν.

Οι συντελεστές απομείωσης θα εξαρτώνται από τον χρόνο κτήσης του ακινήτου και θα κυμαίνονται από 0,95 για διακράτηση έως πέντε χρόνια έως 0,66 για διακράτηση από 20 έως 25 χρόνια, ενώ, όπως έχει ανακοινώσει το υπουργείο Οικονομικών, τον φόρο υπεραξίας θα υπολογίζουν οι εφορίες και οι συμβολαιογράφοι θα είναι υπεύθυνοι για την είσπραξη και την απόδοση του φόρου στη ΔΟΥ.

Ο αγοραστής θα επιβαρύνεται με φόρο μεταβίβασης 3% και ουσιαστικά το Δημόσιο θα εισπράττει για τα παλαιά ακίνητα το ίδιο ποσό φόρου που εισέπραττε μέχρι και πέρυσι που ο φόρος μεταβίβασης ανερχόταν σε 10%. Το μοντέλο αυτό εξετάζεται να εφαρμοστεί και στα ακίνητα που κατασκευάστηκαν με αυτεπιστασία.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Αν ένα ακίνητο αγοράστηκε 100.000 ευρώ (αρχική τιμή κτήσης) και στο διάστημα έως σήμερα ο πληθωρισμός «έτρεξε» με 20%, τότε τιμή κτήσης θεωρούνται οι 120.000 ευρώ. Έστω ότι ο ιδιοκτήτης πουλάει σήμερα το εν λόγω ακίνητο έναντι 190.000 ευρώ: στη διαφορά των 70.000 λαμβάνεται ξανά υπόψη ο πληθωρισμός (-20%), άρα η υπεραξία μειώνεται στις 56.000 ευρώ.

Αν το ακίνητο έχει διακρατηθεί για 20 χρόνια, τότε οι 56.000 ευρώ μειώνονται σε 39.960 ευρώ (56.000 επί 0,66). Από τα 36.960 ευρώ αφαιρούνται τα 25.000 ευρώ του αφορολογήτου και στα 11.960 ευρώ που απομένουν επιβάλλεται φόρος με συντελεστή 15%. Έτσι, ο φόρος υπεραξίας διαμορφώνεται σε 1.974 ευρώ.