«Η Ελλάδα πέρασε μέσα από την κόλαση και οι Έλληνες άντεξαν αυτή την κρίση με πολλή αξιοπρέπεια», τονίζει ο υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης, Κυριάκος Μητσοτάκης σε συνέντευξη του στην αυστριακή εφημερίδα «Κρόνεν Τσάιτουνγκ».

Σε αντίθεση με άλλους, όπως αναφέρει, ο ίδιος δεν αναμένει ένα τρίτο πακέτο βοήθειας, ενώ υπογραμμίζει ότι η χώρα θα αποπληρώσει το χρέος της, «όχι γιατί αυτό υπαγορεύουν οι πιστωτές, αλλά γιατί θέλουμε να βάλουμε σε τάξη τη χώρα μας».

«Είμαστε μέρος της ευρωπαικής οικογένειας, παρακαλέσαμε για βοήθεια την Ευρωπαϊκή Ενωση, σκοπεύουμε να αποπληρώσουμε τα χρέη μας», αναφέρει χαρακτηριστικά συμπληρώνοντας πως το τελευταίο που θα χρειαζόταν τώρα η χώρα θα ήταν να τη δείχνουν κάποιοι με το δάκτυλο και να αμφισβητούν την αξιοπρέπειά της.

Στην ερώτηση πού βλέπει να είναι η Ελλάδα σε δύο χρόνια, απαντά ότι εάν οι Ελληνες συνεχίσουν να εργάζονται τόσο σκληρά και ενωμένοι, χωρίς να ακούν τις ακραίες φωνές που εμφανίζονται σε κάθε κρίση, τότε η χώρα θα έχει ξεπεράσει τη δυσκολότερη περίοδο.

Όπως αναφέρει ο υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης, ο ίδιος προσπαθεί να είναι όσο το δυνατόν καλύτερα προετοιμασμένος κατά τις επισκέψεις της τρόικας και μέχρι τώρα μπόρεσε να επιχειρηματολογήσει με σχετική επιτυχία για τις επιδόσεις του υπουργείου του.

Συμπληρώνει, δε, πως στο μνημόνιο επιβλήθηκαν πολλοί βραχυπρόθεσμοι περιορισμοί, τους οποίους φυσικά εφαρμόζει. Ωστόσο η μεγαλύτερη πρόκληση για τον ίδιο είναι, όπως λέει, να μην σκέπτεται σε αριθμούς, αλλά να διατηρήσει την προσοχή του στις μεγάλες μεταρρυθμίσεις που θα καταστήσουν και μακροπρόθεσμα αποτελεσματικότερη τη διοίκηση.

Όπως επισημαίνει ο κ. Μητσοτάκης, η κυβέρνηση έχει κάνει μια συμφωνία με τους δανειστές και παρόλο που ο ίδιος ίσως να μην συμμερίζεται κάποιες πτυχές αυτής της συμφωνίας, πρέπει να την εφαρμόσει, καθώς τότε μόνον μπορεί να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις.

Σχολιάζοντας τα διάφορα στερεότυπα τονίζει πως «οι Ελληνες δεν είναι τεμπέληδες» και όπως αποδεικνύεται από τις στατιστικές εργάζονται περισσότερο από τους Αυστριακούς και τους Γερμανούς, τουλάχιστο στον ιδιωτικό τομέα.

Σημειώνει, πάντως, πως πρέπει ��α αντιμετωπιστεί η «παράδοση» της φοροδιαφυγής.