Σε ντιμπέιτ για το περιβόητο «λεφτά υπάρχουν», την προεκλογική περίοδο του 2009, εξελίχθηκε η δεύτερη ημέρα του συμποσίου του ΠΑΣΟΚ. Την αρχή έκανε ο Κ. Σημίτης ο οποίος άσκησε κριτική στον Γ.Παπανδρέου, αλλά ήταν επίσης επικριτικός στη διακυβέρνηση της χώρας από τη ΝΔ, αλλά και γενικά στο πολιτικό σύστημα.

«Πληρώσαμε τις φαντασιώσεις μας με το πετσί μας αλλά δυστυχώς τις πλήρωσε και ο ελληνικός λαός» ανέφερε ο πρώην πρωθυπουργός, o οποίος προηγουμένως είχε αναφερθεί επικριτικά στο περιβόητο "λεφτά υπάρχουν", ενώ πρόσθεσε ότι «οι παλιές ιδέες, μάς περιστοιχίζουν ακόμα και δεν τολμάμε να αλλάξουμε αποφασιστικά ρότα».

«Κάποιοι υπερασπίζονται για χάρη δήθεν των εργαζομένων, τις τερατώδεις προσλήψεις που έγιναν από τη ΝΔ τα περασμένα χρόνια, παραβλέπουν ότι η χώρα καταστράφηκε από αυτή την τακτική» ανέφερε σε άλλο σημείο ο κ. Σημίτης, ο οποίος ζήτησε «να σταματήσει η υποτίμηση των πολιτών καθώς ο πολιτικός δεν είναι ο κηδεμόνας του πολίτη». Όπως διευκρίνισε «η υποτίμηση των πολιτών υποτιμά την χώρα, συγκαλύπτει την αλήθεια και δημιουργεί μια κοινωνία έρμαιη τ��ν απατεώνων».

Εντύπωση προκάλεσε επίσης η αναφορά του ότι «το ΠΑΣΟΚ θα συνεχίσει την πορεία πτώσης αν κλείσει τα μάτια στις ανάγκες της εποχής, εάν ασχολείται με μικροπολιτικές, με την επικοινωνία, την εικόνα και όχι με τις λύσεις που έχει ανάγκη ο τόπος». Για τον ίδιο λόγο επισήμανε ότι «χρειάζεται θάρρος, το θάρρος απελευθερώνει ενώ η υποταγή σε εκλογικές σκοπιμότητες, διαφθείρει».

Ζήτησε ακόμα να υπάρξει μία νέα αρχή, «στην οποία όλοι θα μπορούν να συμμετέχουν, χρειάζεται ελεύθερη συζήτηση, «χωρίς ιμάμηδες και διαγραφές για να περιορίζεται η σκέψη, ανοιχτές διαδικασίες και όχι κλειστά δωμάτια».

Εμμέσως τάχθηκε υπέρ ενός νέου ενιαίου πόλου αναφέροντας ότι θα μπορούσε να υ��άρξει μια ευρύτερη συνεργασία με άλλα σχήματα που έχουν τις δικές τους ιδεολογίες και ευαισθησίες, «αφήνοντας στην άκρη την ανάγκη του ενός και μόνο αρχηγού».

«Σήμερα δεν είναι 1981, όταν κέρδισε το ΠΑΣΟΚ για πρώτη φορά τις εκλογές, ούτε καν βρισκόμαστε στο 1989 όταν η παράταξη έχασε τις εκλογές αλλά συγκράτησε μεγάλο μέρος της δύναμής του. Σήμερα η παράταξη έχει χάσει σχεδόν ολοκληρωτικά την επιρροή της» διαπίστωσε ο κ. Σημίτης.

Ο Γιώργος Παπανδρέου πάντως ήταν από την πλευρά του κυρίως απολογητικός για το διάστημα της θητείας του, επιμένοντας δύο φορές στην υπεράσπιση του «λεφτά υπάρχουν» (υποστηρίζοντας και πάλι ότι αναφερόταν στον κρυμμένο πλούτο της χώρας), ενώ οι αιχμές του αφορούσα�� κυρίως τη ΝΔ και όχι τις άλλες εσωκομματικές πτέρυγες.

«Άλλοι ήταν οι εμπρηστές και όμως την ευθύνη την ανέλαβε οι πυροσβέστες» τόνισε χαρακτηριστικά ο Γ. Παπανδρέου, ο οποίος πρόσθεσε ότι ως πρωθυπουργός ανέλαβε την πλήρη ευθύνη για τα αποτελέσματα της διακυβέρνησής του. Αλλά συμπλήρωσε υπερασπιζόμενος εκ νέου τη θητεία του ότι «τη διετία 2009-2011 έγινε μία νέα αρχή, η οποία εάν είχε γίνει προηγουμένως δεν θα χρειαζόμασταν σήμερα μνημόνια».

Σε μία αιχμή του προς τη ΝΔ και τον Α. Σαμαρά υποστήριξε επίσης ότι «με στοιχειώδη πολιτική συναίνεση το 2010 η χώρα θα βρισκόταν σήμερα σε πολύ καλύτερη μοίρα», ενώ για την κριτική που του ασκήθηκε για τα μνημόνια ανέφερε ότι « η Ελλάδα κατρακύλησε στον αστερισμό της μυθοπλασίας».

Περισσότερο συμβιβαστικός ως προς το εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ ήταν ο Ε. Βενιζέλος, ο οποίος όμως «έκοψε» κάθε συζήτηση για συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ, ύστερα από την πρόταση Ρέππα, εκφράζοντας την κατηγορηματική αντίθεσή του.

Ήταν όμως έντονα επικριτικός στην αρχική στάση της ΝΔ, αναφέροντας με δόση αυτοκριτικής ότι έπρεπε να επιμείνει στην πρότασή του ως υπουργός του ΠΑΣΟΚ να ψηφισθεί το πρώτο μνημόνιο με πλειοψηφία τριών πέμπτων, ώστε ιστορικά να έχουν καταλογισθεί οι ευθύνες που αναλογούν σε όλες τις πλευρές, όπως υποστήριξε.

Ο ίδιος πρόσθεσε: «Το εθνικό μου καθήκον αλήθειας επιβάλει να πω σε όσους διαχωρίζουν τη θέση τους από το πρώτο πρόγραμμα, αλλά ψήφισαν το δεύτερο, ότι ναι, έπρεπε να είχε γίνει εξ αρχής, αλλά χωρίς τη συναίνεση των εταίρων δεν μπορούσε να υιοθετηθεί και χωρίς να υπάρξει το πρώτο πρόγραμμα δεν μπορούσε να υπάρξει το δεύτερο.

Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ έδειξε και ο ίδιος θετικός στον διάλογο για την Κεντροαριστερά και πρότεινε «χωρίς ηγεμονισμούς να υπάρξει ανοιχτός διάλογος ενόψει των ευρωεκλογών.