«Όχι» στην πρόταση του Σκοπιανού πρωθυπουργού Γκρούεφσκι για σύσταση δύο ομάδων με επικεφαλής τους ίδιους για την επίλυση του θέματος της ονομασίας είπε ο Αντώνης Σαμαράς.

Ο Γκρουέφσκι είχε εκφράσει αυτή την επιθυμία σε επιστολή που είχε στείλει στον Σαμαρά στις 27 Ιουνίου, κατηγορώντας μάλιστα την Ελλάδα πως χρησιμοποιεί τη θέση της στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ για να παρεμποδίσει τα Σκόπια που έχουν μαζί τους «την ισχύ του διεθνούς δικαίου».

«Δεν βλέπω, ειλικρινώς, προστι��έμενη αξία στο να συστήσουμε έναν επιπλέον μηχανισμό, πέρας της διαπραγματευτικής ομάδας που ήδη υφίσταται» απαντά ο πρωθυπουργός, ο οποίος τονίζει πως ο εκπρόσωπος της χώρας μας, πρέσβης κ. Βασιλάκης «διαθέτει πλήρη πολιτική εντολή για εποικοδομητική συνεργασία με τον Πρέσβη κ. Νίμιτς και τον ομόλογό του από τη χώρα σας».

Παράλληλα, επισημαίνει πως «δεν είναι η Ελλάδα που παρεμποδίζει την ενταξιακή πορεία της χώρας προς την Ε.Ε. αλλά η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αντιρρήσεις για την πρόοδό της».

Ο Αντώνης Σαμαράς καταλήγει στην επιστολή-απάντησή του υπογραμμίζοντας στον Γκρουέφσκι πως αν νομίζει ότι η επιμονή της Ελλάδας οφείλεται σε «καπρίτσιο», γελιέται: «Δεκαοκτώ έτη κε Πρωθυπουργέ, είναι π��λύ μακρά περίοδος για να την αποδώσει κανείς στο «καπρίτσιο», και μόνο, μιας χώρας, σύμφωνα με την ερμηνεία που εσείς δίνετε στο πρόβλημα αυτό».

Ολόκληρη η επιστολή-απάντηση του Αντώνη Σαμαρά:

«Κύριε πρωθυπουργέ,

Σας ευχαριστώ για την επιστολή που μου αποστείλατε στις 27 Ιουνίου 2013 και την οποία ανέγνωσα με ιδιαίτερη προσοχή.

Όπως ορθά επισημαίνετε, η αποκαλούμενη Ατζέντα της Θεσσαλονίκης, η οποία υιοθετήθηκε κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Προεδρίας της ΕΕ το 2003, αποτελεί το πλα��σιο για την ενσωμάτωση του συνόλου των χωρών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης στην ΕΕ. Υπήρξε μία κορυφαία στρατηγική επιλογή για την εποχή εκείνη, η οποία εξακολουθεί να ισχύει και σήμερα. Για λόγους προφανείς, η χώρα μου επιδεικνύει γνήσιο ενδιαφέρον ως προς την υλοποίηση του στόχου. Τούτο, διότι είμαστε απολύτως πεπεισμένοι ότι μία τέτοια εξέλιξη δεν θα ωφελήσει μόνο τις αμέσως ενδιαφερόμενες χώρες αλλά, επιπλέον, θα επιφέρει σταθερότητα και ευημερία στηυν ευρύτερη περιοχή.

Με ιδιαίτερη, επίσης, προσοχή ανέγνωσα τις προτάσεις σας. Δεν βλέπω, ειλικρινώς, προστιθέμενη αξία στο να συστήσουμε έναν επιπλέον, μηχανισμό, πέραν της διαπραγματευτικής ομάδας που ήδη υφίσταται. Η λύση δεν πρόκειται να προέλθει από το διορισμό περισσοτέρων διαπραγματευτών που θα διαθέτουν, όπως υποστηρίζετε, «πολιτική εντολή». Ο εκπρόσωπός μας στη διαπραγμάτευση, Πρέσβυς κ. Βασιλάκης, διαθέτει πλήρη πολιτική εντολή για εποικοδομητική συνεργασία με τον Πρέσβυ, κ. Νimetz και τον ομόλο��ό του από τη χώρα σας, με στόχο να εξευρεθεί λύση. Εάν και οι δύο εμπλεκόμενες πλευρές είχαν επιδείξει την ίδια πολιτική βούληση, το ίδιο πολιτικό θάρρος και την ίδια επιθυμία για επίλυση, το ζήτημα αυτό θα είχε προ πολλού διευθετηθεί. Όμως, η ουσία έγκειται προφανώς αλλού. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι εάν υφίσταται πραγματική η προσχηματική δέσμευση έναντι μίας διαδικασίας η οποία διαρκεί σχεδόν δύο δεκαετίες. Δεκαοκτώ έτη, κ. Πρωθυπουργέ, είναι πολύ μακρά περίοδος για να την αποδώσει κάποιος στο «καπρίτσιο» και μόνον μίας χώρας, σύμφωνα με την ερμηνεία που δίνετε στο πρόβλημα αυτό».