Κατηγορηματικά αρνήθηκε για ακόμη μία φορά ο Άκης Τσοχατζόπουλος ότι πήρε μίζες από τη γερμανική Ferrostaal για την προμήθεια των υποβρυχίων.

O πρώην υπουργός παραδέχθηκε ότι η Ferrostaal διακινούσε ποσά δεκάδων εκατομμυρίων για να παίρνει «δουλειές» ωστόσο δήλωσε ότι ο ίδιος ήταν υπουργός και συνεννοούταν μόνο με ομόλογούς του και όχι με ατζέντηδες: «Δεν έγινε προσπάθεια προσέγγισής μου. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας της Ελλάδας δεν είχε ανάγκη να διαπραγματεύεται με ατζέντηδες, μιλούσε απευθείας με τους ξένους υπουργούς Άμυνας. Δεν πάμε να κάνουμε δουλειές, βγάζουμε τα επιχειρηματικά απ' έξω. Μεσάζοντες και δωροδοκίες αφορούν άλλους. Δεν ήταν δική μας δουλειά να ασχολούμαστε».

Το δικαστήριο ρώτησε τον πρώην υπουργό για το πώς αντιστάθηκε η ελληνική πολιτεία σε αυτό το κύμα δωροδοκιών, για να πάρει την ακόλουθη απάντηση από τον Κ. Τσοχατζόπουλο: «Εδώ παίζεται η αξιοπιστία και επάρκεια κάθε πολιτικού. Αν γίνονται αυτά, γίνονται κάτω από το τραπέζι και αφορούν άτομα που δρουν κάτω από το τραπέζι. Εμείς εμμένουμε στο καθήκον μας, στη δουλειά μας».

Παράλληλα, χαρακτήρισε «παραμύθια» το γερμανικό κατηγορητήριο και τόνισε ότι η επίθεση εναντίον του προέρχεται από τους ατζέντηδες των εταιρειών με τα εξοπλιστικά.

Σε παρέμβασή του, ο πρώην γ.γ. Εξοπλισμών και δεξί χέρι του πρώην υπουργού Γιάννης Σμπώκος, υποστήριξε ότι οι Γερμανοί έκαναν την καλύτερη προσφορά και γι’ αυτό και μόνο προτιμήθηκαν: «Οι Γερμανοί ήταν φθηνότεροι. Αν έβαζαν “δώρο”, αν μας δωροδοκούσαν, θα έχαναν τη δουλειά, γιατί δεν θα μπορούσαν να είναι φθηνότεροι».

Μάλιστα, στη συνέχεια παρουσίασε εαυτόν ως έχοντα… διαδικαστικό ρόλο: «Τη σύμβαση για τα υποβρύχια την υπέγραψα ως βοηθός γραφής» τόνισε ο κ. Σμπώκος για να διακοπεί από τον πρόεδρο του δικαστηρίου Χρήστο Κατσιάνη, ο οποίος του συνέστησε να «μην υποβαθμίζει το ρόλο του».