Επιτέλους ανέβηκε ο αριθμός των «επίορκων» δημοσίων υπαλλήλων, για τους οποίους τόση φασαρία έχει γίνει τους τελευταίους μήνες μεταξύ τρόικας, κυβέρνησης και κομμάτων. Συγκεκριμένα, μετά από 4 και 5 χρόνια , κατά τα οποία εκκρεμούσαν οι αντίστοιχες υποθέσεις στο Συμβούλιο της Επικρατείας, απολύθηκαν … δύο δημόσιοι υπάλληλοι!

Με τη σφραγίδα του Συμβουλίου της Επικρατείας πλέον ένας δόκιμος πυροσβέστης και ένας σωφρονιστικός υπάλληλος παραμένουν εκτός της υπηρεσίας τους, καθώς ο πρώτος συνελήφθη να κατέχει μικροποσότητα ηρωίνης (0,3 γραμμάρια) και ο δεύτερος να απουσιάζει από την υπηρεσία του.

Ο δόκιμος πυροσβέστης οδηγήθηκε στο Αυτόφωρο όπου με αμετάκλητη απόφαση αθωώθηκε για: 1) την άρνησή του να σταματήσει στο σήμα των αστυνομικών, 2) την παράνομη οπλοφορία (μαχαίρι), καθώς ήταν του πατέρα του, ο οποίος το χρησιμοποιούσε στο κυνήγι και 3) την κατοχή ναρκωτικών, αφού προοριζόταν για δική του αποκλειστική χρήση, χωρίς να είναι καθ’ έξη τοξικομανής. Επίσης, το δικαστήριο δέχθηκε ότι η τέλεση των πράξεων ήταν «τελείως συμπτωματική» και τον αθώωσε.

Ο ίδιος δόκιμος πυροσβέστ��ς παραπέμφθηκε (1.2.2010) στο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Πυροσβεστικού Σώματος, στο οποίο αρνήθηκε ότι κατείχε ο ίδιος την επίμαχη ποσότητα ηρωίνης που βρέθηκε στο αυτοκίνητό του, η οποία κατά τους ισχυρισμούς του ήταν άλλου, τρίτου ατόμου που είχε επιβιβαστεί στο αυτοκίνητο μαζί με τον ξάδερφό του. Τελικά, του επιβλήθηκε (10.6.2010) από το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό η ποινή της απόταξης για τα παραπτώματα. Ο πυροσβέστης προσέφυγε στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό, επικαλούμενος ότι από τα Ποινικά δικαστήρια αθωώθηκε αμετάκλητα και για τις τρεις πράξεις που του αποδόθηκαν. Παρ’ όλα αυτά στις 10.6.2010 το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση της απόταξης.

Σύμφωνα με τους συμβούλους Επικρατείας του Γ’ Τμήματος, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πατρών (Αυτόφωρο) δέχτηκε ότι ο δόκιμος πυροσβέστης «ετέλεσε την πράξη της κατοχής ναρκωτικών», ανεξάρτητα εάν έκρινε ότι «ενόψει των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέστηκε η εν λόγω πράξη και του τελείως συμπτωματικού χαρακτήρα αυτής, δεν έπρεπε να του επιβληθεί ποινική κύρωση, αλλά να μείνει ατιμώρητος» και έκρινε προσήκουσα την πειθαρχική ποινή της απόταξης που επιβλήθηκε στον δόκιμο πυροσβέστη και απέρριψε την προσφυγή του.

Παράλληλα, το Συμβούλιο της Επικρατείας με άλλη δεύτερη απόφασή του, δεχόμενο την αίτηση του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης μετέτρεψε προς το δυσμενέστερο την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης 6 μηνών (με πλήρη στέρηση των αποδοχών) που είχε επιβληθεί σε σωφρονιστικό υπάλληλο για αδικαιολόγητη απουσία σε οριστική απόλυση.

Ειδικότερα, σωφρονιστικός υπάλληλος που υπηρετούσε σε νησί παραπέμφθηκε από τον υπουργό Δικαιοσύνης στις 20.10.2006 στο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο για αδικαιολόγητη αποχή από την υπηρεσία του πάνω από 22 συνεχόμενες εργάσιμες ημέρες.

Στις 13.2.2008 κλήθηκε ο σωφρονιστικός υπάλληλος σε γραπτή απολογία την οποία όμως ποτέ δεν υπέβαλε. Στις 22.5.2008 κλήθηκε να παραστεί στη συνεδρίαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου, αλλά απάντησε ότι δεν θα μπορεί να παραστεί γιατί «είναι κουμπάρος σε ένα γάμο στο Βόλο». Ορίστηκε νέα ημερομηνία (26.9.2008) συνεδρίασης κατά την οποία όμως ζήτησε αναβολή προκειμένου να προσκομίσει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την απουσία του. Πράγματι δόθηκε αναβολή, νέα ημερομηνία (17.10.2008), αλλά δεν προσκόμισε κανένα δικαιολογητικό, με αποτέλεσμα να του επιβληθεί προσωρινή παύση 6 μηνών με πλήρη στέρηση των αποδοχών για αδικαιολόγητη αποχή από την υπηρεσία του πάνω από 22 εργάσιμες ημέρες.

Όμως τόσο ο γενικός επιθεωρητής δημόσιας διοίκησης όσο και ο σωφρονιστικός υπάλληλος άσκησανενστάσεις κατά της Πρωτόδικης πειθαρχικής απόφασης. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο στις 29.3.2001 επικύρωσε την πρωτοβάθμια πειθαρχική απόφαση. Στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό ο σωφρονιστικός υπάλληλος, ο οποίος παραστάθηκε με δικηγόρο, ισχυρίστηκε ότι είχε σοβαρά προβλήματα υγείας των γονέων του (ο πατέρας του νοσηλεύθηκε σε νοσοκομείο), ότι υπέστη σοβ��ρό τροχαίο και ότι εξαιτίας όλων αυτών ήταν σε άσχημη ψυχολογική και οικονομική κατάσταση. Παρ’ όλα αυτά του επιβλήθηκε και πάλι η ίδια πειθαρχική ποινή, δηλαδή αυτή της προσωρινής παύσης 6 μηνών με στέρηση αποδοχών.

Ο γενικός επιθεωρητής δημόσιας διοίκησης κατέθεσε προσφυγή στο ΣτΕ κατά της δευτεροβάθμιας πειθαρχικής απόφασης.Οι σύμβουλοι Επικρατείας επεσήμαναν ότι ο σωφρονιστικός υπάλληλος δεν ενημέρωσε για την απουσία του, δεν έκανε χρήση αδείας (ούτε κανονικής, ούτε αναρρωτικής, ούτε άνευ αποδοχών), δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να δικαιολογεί την απουσία του, δεν προσκόμισε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο για την ασθένεια του πατέρα του και δεν εμφανίστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου.

Κατόπιν αυτών οι σύμβουλοι Επικρατείας αποφάνθηκαν ότι η προσήκουσα ποινή για τον σωφρονιστικό υπάλληλο είναι αυτή της οριστικής απόλυσης, ανατρέποντας τη δευτεροβάθμια πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης 6 μηνών.

​​