Στην υιοθέτηση της πρότασης της Ελλάδας να υπάρξει ρητή αναφορά στο κείμενο συμπερασμάτων της συνόδου κορυφής για την εκμετάλλευση των εγχώριων πλουτοπαραγωγικών πηγών​ από την Ελλάδα και την Κύπρο αναφέρθηκε ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς σε δήλωσή του μετά τη λήξη των εργασιών της συνόδου. Η συγκεκριμένη απόφαση ερμηνεύεται από την Αθήνα σαν "πράσινο φως" για την εκμετάλλευση των ΑΟΖ.

O πρωθυπουργός μετά την ολοκλήρωση της έκτακτης Συνόδου Κορυφής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις Βρυξέλλες, έκανε συγκεκριμένα την ακόλουθη δήλωση:

«Διευρύναμε α��όψε τη συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα στην Ευρώπη, που δεν αφορά μόνο στο εργασιακό κόστος, αφορά και στην ενέργεια αλλά και στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Γιατί; Γιατί το κόστος ενέργειας επηρεάζει και το κόστος των προϊόντων, άρα και την ανταγωνιστικότητα τους. Όπως και το εύρος της φοροδιαφυγής είναι μια στρέβλωση, που δημιουργεί και άλλες στρεβλώσεις πέραν του ότι προκαλεί και τεράστια κοινωνική αδικία.

Πιο συγκεκριμένα, συζητήσαμε βασικές κατευθύνσεις για την ενοποίηση της Ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας και των δικτύων. Άρα, και τη διασύνδεση τους. Και αυτό μας αφορά ιδιαίτερα, αφού θα τερματίσει την ενεργειακή απομόνωση των νησιών μας. Ακόμα, στις ενεργειακές επενδύσεις θα υπάρχει ειδική πρόβλεψ��, ώστε να πολεμηθεί η ενεργειακή φτώχεια. Δηλαδή, θα διευκολύνεται η πρόσβαση των πιο αδύναμων νοικοκυριών σε φτηνή ενέργεια. Τέλος, περιλήφθηκε για πρώτη φορά ρητή αναφορά στην έρευνα και στην εκμετάλλευση των εγχώριων ενεργειακών πόρων της Ευρώπης, πράγμα που ενδιαφέρει ιδιαίτερα την Ελλάδα και την Κύπρο, καθώς- το είπα ξεκάθαρα- υπάρχουν πολύ ισχυρές ενδείξεις για ύπαρξη σοβαρών ενεργειακών κοιτασμάτων στην Ελληνική υφαλοκρηπίδα, όπως βρέθηκαν ήδη και αξιοποιούνται τέτοια κοιτάσματα στην Κυπρια��ή υφαλοκρηπίδα.

Είναι, λοιπόν, προς το συνολικό συμφέρον όλης της Ευρώπης να προχωρήσει η εκμετάλλευση των εγχώριων πλουτοπαραγωγικών πηγών. Μάλιστα, έγινε τελικά δεκτή η πρόταση μου στο κείμενο των συμπερασμάτων, να υπάρχει, δηλαδή, ειδική αναφορά σε εγχώριες πηγές ενέργειας, χερσαίες και θαλάσσιες, ώστε να συμπεριλαμβάνει ξεκάθαρα και το θαλάσσιο ενεργειακό πλούτο των κρατών-μελών».

​​​​