Στις μεταρρυθμίσεις στο τομέα της δημόσιας διοίκησης αναφέρθηκε ο Αντώνης Μανιτάκης σε άρθρο του στη Le Monde με τίτλο «Ελλάδα: Η διοικητική μεταρρύθμιση προχωρά».

Ο υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης τονίζει ότι η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων συνεχίζεται και κάνει λόγο για επικείμενο δημοσιονομικό όφελος 12% από την ολοκλήρωσή τους.

«Η Ελλάδα, αντιμέτωπη με χίλια δυο εμπόδια, αγωνίζεται εδώ και τρία χρόνια για να επιβιώσει και να παραμείνει στην ευρωζώνη. Μετά από τρία χρόνια σοβαρής κοινωνικής και πολιτικής κρίσης, με πρωτοφανή μέτρα λιτότητας, εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια σταθεροποίησης και α��λαγής, τόσο στην οικονομία όσο και στο πολιτικό σύστημα. Η αναγκαιότητα να προχωρήσουμε σε μεταρρυθμίσεις και να εγκαταλείψουμε πρακτικές που χαρακτήριζαν το παλαιό πολιτικό καθεστώς φαίνεται να κερδίζουν ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης» τονίζει ο κ. Μανιτάκης.

Όπως τονίζει η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων που έχουν αναληφθεί στην κεντρική διοίκηση θα έχει ως αποτέλεσμα «μια μέση μείωση των διοικητικών δομών κατά 38%, δημοσιονομικό όφελος κατά μέσο όρο 12%, ενώ η υιοθέτηση των νέων οργανογραμμάτων θα επιτρέψει τη βέλτιστη λειτουργία της διοίκησης με λιγότερο προσωπικό».

Όσον αφορά τη μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων, ο κ. Μανιτάκης κάνει λόγο για μακροπρόθεσμο σχεδιασμό αλλά δεν μιλά για απολύσεις: «Ο στόχος της μείωσης του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων είναι συνέπεια ενός μακροοικονομικού υπολογισμού των αναγκών χρηματοδότησης του Ελληνικού Κράτους. Από λειτουργική άποψη, είναι πολύ φιλόδοξος (της τάξης του -21% σε διάστημα 5 ετών) και για να επιτευχθεί προϋποθέτει να οργανωθεί μια πρωτοφανής μετακίνηση προσωπικού ανάμεσα στις διάφορες διοικητικές μονάδες, καθώς επίσης και ένα σχέδιο επαναξιολόγησης των φορέων, ώστε οι νέες δομές να έχουν τις κατάλληλες αρμοδιότητες και δυνατότητες».

«Η μεταρρύθμιση θα απαιτήσει μακρόχρονη προσπάθεια. Δεν είναι δυνατόν να γίνουν τα πάντα σε μερικούς μήνες. Λίγες μόνο χώρες έχουν πραγματοποιήσει τόσο φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις, και ακόμα λιγότερες το έχουν πετύχει μέσα σε τόσο στενά χρονικά περιθώρια» καταλήγει ο κ. Μανιτάκης.