Στη Βουλή κατέθεσε πριν από λίγη ώρα ο πρώην υπουργός Οικονομικών Γιώργος Παπακωνσταντίνου, ο οποίος έφθασε συν��δευόμενος από 4 αστυνομικούς

Ο πρώην υπουργός ξεκίνησε την κατάθεσή του κάνοντας μια αναδρομή της διαδρομής της λίστας Λαγκάρντ: «Στις αρχές του καλοκαιρού του 2010 ο διοικητής της ΕΥΠ με ενημέρωσε ότι οι γαλλικές αρχές είχαν στην κατοχή τους στοιχεία για Έλληνες καταθέτες και ήταν διατεθειμένες να τα στείλουν. Ζήτησα σε μια συνάντηση των υπουργών Οικονομικών από την Κριστίν Λαγκάρντ να μας στείλει τα εν λόγω στοιχεία και συμφώνησε».

«Το CD έφτασε στα χέρια μου χωρίς διακριτικά»

Ο κ. Παπακωνσταντίνου τόνισε ότι η λίστα ήρθε στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 2010 σε «ένα cd χωρίς διακριτικά». Ο ίδιος, όπως σημείωσε, ζήτησε από συνεργάτη του να του δώσει μια εικόνα του συνολικού ποσού και ενημερώθηκε ότι ήταν συνολικά καταθέσεις 5,2 δισ. δολαρίων: «Μου ανέφερε ότι 20 ονόματα κατείχαν σχεδόν το ήμισυ του ποσού και ζήτησα και τα πήρα σε χαρτί. Ζήτησα και ένα αντίγραφο της λίστας σε usb και έδωσα τα ονόματα και το usb στον επικεφαλής του ΣΔΟΕ Γιάννη Καπελέρη». Σύμφωνα με τον κ. Παπακωνσταντίνου, ο κ. Καπελέρης τον ενημέρωσε ότι υπήρχαν ενδείξεις πως κάποια πρόσωπα δεν δικαιολογούσαν τα χρήματα στις τραπεζικές τους καταθέσεις: «Ζήτησα να συνεχιστεί ο έλεγχος» ανέφερε ο πρώην υπουργός.

Στη συνέχεια, κ. Παπακωνσταντίνου τόνισε ότι στο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, τον Ιανουάριο του 2011, ζήτησε να γίνουν οι διαδικασίες για να παραδοθεί με επίσημο τρόπο η λίστα από τη Γαλλία: «Συμφωνήσαμε με την κα Λαγκάρντ να αρχίσει η επίσημη διαπραγμάτευση, η οποία ακόμη δεν έχει υπογραφεί και ολοκληρωθεί. Αυτή η εκκρεμότητα με δέσμευε για να εκμεταλλευτώ τη λίστα. Μπορούσε να τιναχτεί η προσπάθεια στον αέρα αν γινόταν γνωστό ότι είχαμε παράνομα αποδεικτικά».

Ο πρώην υπουργός υπογράμμισε ότι αρχές Ιουνίου συναντήθηκε με τον νέο επικεφαλής του ΣΔΟΕ Ιωάννη Διώτη και τον ενημέρωσε για τα στοιχεία: «Του είπα ότι μας δ��θηκαν από τη Γαλλία και αφορούν καταθέσεις Ελλήνων στο εξωτερικό, καθώς και πως έχει ξεκινήσει έρευνα από τον προκάτοχό του, Γιάννη Καπελέρη, και του παρέδωσα το usb. Μετά έφυγα από το υπουργείο με τον ανασχηματισμό και τελείωσε και η ανάμειξη μου με το θέμα» σημείωσε και πρόσθεσε: «Είναι δεδομένο ότι εγώ τα ζήτησα, τα στοιχεία εγώ τα παρέλαβα, εγώ ζήτησα να γίνει έρευνα και εγώ παρέδωσα στον κ. Διώτη τη λίστα».
Στην συνέχεια ο κ. Παπακωνσταντίνου «ανέκρινε» τον εαυτό του κάνοντας ερωτήσεις και απαντήσεις.
«Υπάρχουν δύο ζητήματα που πρέπει να απαντήσω: είναι αυτό του χειρισμού των στοιχείων και η αλλοίωση», είπε και ξεκίνησε από την πρωτοκόλληση που δεν έγινε.
«Γιατί δεν πρωτοκολλήθηκε το CD»
«Καταρχήν, τι ακριβώς να πρωτοκολλήσω; Να βάλω σφραγίδα πρωτοκόλλου στο CD με τα 2000 αρχεία; Να βάλω σφραγίδα πρωτοκόλλου σε εκτύπωση όλων των αρχείων; Αλλά υπάρχει κάτι πολύ σοβαρότερο. Πρωτοκόλληση σημαίνει επισημοποίηση κατοχής. Και εγώ εγνώριζα ότι τα στοιχεία αυτά μας είχαν δοθεί ως απόρρητα, και ότι οι ίδιες οι Γαλλικές Αρχές δεν τα είχαν λάβει με επίσημο τρόπο. Δεν ήθελα να διακινδυνεύσω τη διαρροή της έλευσής τους, ακυρώνοντας ουσιαστικά τη δυνατότητα αξιοποίησής τους. Εξάλλου η μη πρωτοκόλληση σε τι εμποδίζει την αξιοποίηση; Ειδικά μάλιστα όταν τα στοιχεία αυτά δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν με επίσημο τρόπο; Και δεδομένου ότι το ΣΔΟΕ υποχρεούται να αξιοποιεί και όλες τις ανεπίσημες πληροφορίες, ακόμα και ανώνυμες καταγγελίες. Και αν έπρεπε να πρωτοκολληθούν, γιατί δεν τα πρωτοκόλλησαν και όλοι όσοι τα έλαβαν στη συνέχεια; Προφανώς, για τον ίδιο λόγο που δεν τα πρωτοκόλλησα και εγώ», είπε.
«Πιο ασφαλές το CD από το στικάκι»
«Αντιγράψαμε το CD σε στικάκι, επειδή είναι πιο ασφαλές μέσο αποθήκευσης. Και για να υπάρχει ένα αντίγραφο των στοιχείων που λάβαμε».
Βέβαια, στην συνέχεια παραδέχθηκε πώς δεν γνωρίζει που είναι σήμερα. «Δεν «έχασα» το CD. Το έδωσα στη γραμματεία μου για φύλαξη. Και δεν γνωρίζω πού είναι σήμερα – αν δηλαδή παραμένει κάπου στο Υπουργείο, ή τι άλλο συνέβη».
«Είναι δυνατόν να μην είδα τα ονόματα των συγγενών μου;», αναρωτήθηκε πάλι. «Δεν υπήρχε μια λίστα, ήταν 2.000 ονόματα στην λίστα και δεν μπορούσα να τα έχω δει. Δεν ήταν δουλειά μου», απάντησε.
«Είναι προφανές ότι αντικειμενικά – πολιτικά – πράγματι φέρω ευθύνη γι αυτό. Είναι προφανές ότι έπρεπε να υπάρξει καλύτερη διαχείριση και μεγαλύτερη επιμέλεια. Και λυπάμαι πολύ που αυτή η αστοχία μου έχει δώσει λαβή και στο να αμφισβητηθεί συνολικά η μεγάλη προσπάθεια που έκανε εκείνη την περίοδο η κυβέρνηση. Όμως στη δική μου αντίληψη σημασία είχαν τα ηλεκτρονικά στοιχεία – τα οποία και έδωσα στον κ. Διώτη, και όχι το μέσο αποθήκευσης. Εξάλλου τα «αυθεντικά» και «πρωτότυπα» στοιχεία ήταν στη Γαλλία – όχι στο όποιο cd που μας είχε έρθει», συνέχισε.
Όσον αφορά την αλλοίωση επέμεινε: «Η λίστα δεν αλλοιώθηκε από εμένα, η λίστα δόθηκε ολόκληρη στους επικεφαλής του ΣΔΟΕ».
Για να ενισχύσει το επιχείρημα του ότι δεν φέρει ευθύνες υπογράμμισε: «από μένα υπήρχε η βούληση και οι συγκεκριμένες ενέργειες να ερευνηθούν τα σημεία».
Στην συνέχεια αναρωτήθηκε «Έδωσα ή δεν έδωσα εντολές για να γίνει αυτή η έρευνα;» και απάντησε «και βέβαια έδωσα. Στην αρχή τα 20 ονόματα με τις μεγαλύτερες καταθέσεις, στη συνέχεια επανέλαβα τις εντολές για έρευνα σε σύσκεψη παρουσία πολλών, και τέλος έδωσα όλα τα ηλεκτρονικά στοιχεία στο νέο Ειδικό Γραμματέα του ΣΔΟΕ για να συνεχιστεί η έρευνα και ο έλεγχος».
Έμαθα για την αλλοίωση της λίστας στις 28 Δεκεμβρίου
«Έρχομαι τώρα στο δεύτερο θέμα, αυτό της «αλλοίωσης». Θεωρώ ότι οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών από την έρευνα των Οικονομικών Εισαγγελέων διαμορφώνουν μία τελείως διαφορετική εικόνα από αυτή που υπήρχε όταν έγινε η πρόταση της προανακριτικής. Με απλά λόγια, δεν εμπλέκομαι για τον πολύ απλό λόγο ότι το usb από το οποίο λείπουν τα ονόματα δεν είναι αυτό που εγώ παρέδωσα. Παρ’όλα αυτά, προφανώς και οφείλω να απαντήσω στα ερωτήματα που τίθενται».
«Στις 28 Δεκεμβρίου έμαθα ότι λείπουν τα ονόματα όπως όλοι… Λυπάμαι μάλιστα που οι συγγενείς μου, οι οποίοι απέδειξαν ότι τα χρήματα τους ήταν νόμιμα, αντιμετωπίστηκαν με κανιβαλισμό από κάποια μέσα».
«Δεν στέκει η καταγγελία εις βάρος μου για νόθευση εγγράφου και το ξέρουν πολλοί από εδώ μέσα», τόνισε ακόμα, ενώ υποστήριξε ότι αντιμετωπίζεται ως αποδιοπομπαίος τράγος.
«Εύχομαι κανείς να μην περάσει αυτό που περνάει η οικογένεια ��ου το τελευταίο διάστημα», πρόσθεσε.
Καταγγέλλει απόπειρα ποινικής ενοχοποίησής του
Ο πρώην υπουργός Οικονομικών εκτίμησε ότι γίνεται μια προσπάθεια «να φορτώσουν όλες τις αμαρτίες της μεταπολίτευσης στον υπουργό Οικονομικών των 20 μηνών» ενώ κατήγγειλε απόπειρα ποινικής ενοχοποίησης του.
Ο ίδιος δικαιολόγησε το χειρισμό της λίστας λέγοντας πως «εάν δεν την είχα ζητήσει τη λίστα, δε θα ήμουν εδώ για να δίνω εξηγήσεις, εάν -από την άλλη- την είχα πρωτοκολλήσει, θα είχε γίνει φέιγ-βολάν , θα είχε χάσει την αξία της και πάλι δεν θα ήμουν εδώ».

«Δεν με ενδιαφέρουν οι παραγραφές, με ενδιαφέρει το όνομά μου να είναι καθαρό. Να δούμε τη�� αλήθεια κατάματα και να μην κατασκευάζουμε ενόχους» κατέληξε ο πρώην υπουργός.
​​