Στην επίθεση που δέχτηκε την προηγούμενη εβδομάδα στο Σύνταγμα, την ημέρα της συγκέντρωσης, αναφέρθηκε με άρθρο στην «Καθημερινή» ο Τάσος Τέλλογλου. Τίτλος:«Η φανέλα με το νούμερα 9»:

Το ραντεβού στην οδό Βουλής τελείωσε λίγο μετά τη 1.30 το μεσημέρι. Στο Σύνταγμα ήδη έπεφταν χημικά και οι αριστεροί συμπλέκονταν με τους δεξιούς. Κατέβηκα στον δρόμο και ξεκίνησα με σκοπό να πάω από την Πλάκα στο μετρό της Ακρόπολης. Στη δεύτερη γωνία, μια ομάδα διαδηλωτών με σταμάτησε. Ηταν όλοι υπάλληλοι του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΕΡΤ, Δήμοι, Συγκοινωνίες) και χοντρικά για να περάσω θα έπρεπε να αποκηρύξω το Μνημόνιο. Δεν το έκανα. Υπήρχαν 2-3 άνθρωποι που επιχειρηματολογούσαν έντονα αλλά με μια συνέπεια και προσπαθούσαν να ακούσουν και τα όσα τους έλεγα εγώ για την επόμενη ημέρα.

Στη δουλειά μας είναι πάντα σημαντικό να είσαι σε θέση να ακούς. Αλλά εδώ οι περισσότεροι δεν είχαν τι να πουν. Οι λέξεις ήταν απλά σημάδια ενός μίσους που εξωτερικευόταν κυρίως για εκείνους που τους εξυπηρετούσαν τόσα χρόνια στην πολιτική. Το λεξιλόγιο θύμιζε τα φτηνότερα των τηλεοπτικών παραθύρων με τη διαρκή επανάληψη της λέξης «πουλημένοι». «Πουλημένος» εγώ, ο Παπαδημητρίου, η Ξαφά, πουλημένος ο σταθμός που εργάζομαι, πουλημένο το πολιτικό προσωπικό. Πουλημένοι σε ποιον, αναρωτήθηκα. Πρώτα στις τράπεζες, μετά στους ξένους, τελευταία στα συμφέροντα. Αυτή η δουλειά έχει αξία όταν ακούς, αλλά μετά ένα τέτα��το δεν είχε πια το παραμικρό νόημα κάτι τέτοιο.

Ο πάντα επιθετικός απέναντί μου στον διάλογο οδηγός ανακύκλωσης σε δήμο με πήρε από το χέρι. «Πού πας, θα σε πάω, αλλιώς δεν φτάνεις», μου είπε και γυρίσαμε προς την Καραγεώργη Σερβίας για να βγούμε Μοναστηράκι. Ανεβαίνοντας τη Βουλής, ��νας μου έδωσε μια αγκωνιά κι ένας δεύτερος με έφτυσε. Δεν ήταν σαν τους άλλους με τους οποίους μιλούσαμε για το Μνημόνιο, ήταν νέοι άνθρωποι που «έκοβαν κίνηση» και ο προφανής σκοπός τους ήταν να τρομοκρατήσουν. Ο συνοδός μου κουνούσε το κεφάλι του και προχωρούσε προς την Καραγεώργη Σερβίας. Στρίψαμε αριστερά και τότε είδαμε ένα πλήθος να έρχεται από πίσω, μουντζώνοντας, φωνάζοντας, ρίχνοντας μπουκάλια. «Ρε παιδιά, εδώ δεν ήρθαμε για να σκοτωθούμε», γύρ��σε και τους είπε ο συνοδός μου. Επειτα με πήρε από το χέρι και πήγαμε προς την οδό Λέκκα.

Ημαστε τριάντα μέτρα μέσα στη Λέκκα όταν ένιωσα ένα δυνατό πόνο στον κρόταφο κι έχασα τις αισθήσεις μου. Επειτα ο συνοδός μου μού είπε ότι ένας από αυτούς που ακολουθούσαν το πλήθος, που φορούσε κοντό παντελόνι (βερμούδα) και μια ποδοσφαιρική φανέλα με τον αριθμό «9» και δεν φαινόταν να ανήκει σε κάποια ομάδα, διέγραψε μια μεγάλη τροχιά πίσω από την ομάδα των εργαζομένων στο Δημόσιο, με πλησίασε και «σαν να καρφώνει τρίποντο» με χτύπησε στο κεφάλι. Στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ, κάποιος αυτόπτης την άλλη μέρα το πρωί είπε ότι φώναζε «ΕΛΛΑΣ - ΕΛΛΑΣ». Ο συνοδός μου μού είπε ότι οι άλλοι συγκεντρωμένοι του φώναξαν «Ασ’ τον να τον αποτελειώσουμε», αλλά η αλήθεια είναι ότι όταν συνήλθα μερικοί από αυτούς τους ανθρώπους ήταν από πάνω μου και βοηθούσαν να συνέλθω.

Ο Ερυθρός εφημέρευε. Με πήγε εκεί ένα στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ και κάθισε μέχρι που μου έκαναν και την αξονική τομογραφία. Μέσα στα μηχανήματα έφερναν ανθρώπους με σπασμένα κεφάλια, κομμένα αυτιά, μώλωπες. Οι περισσότεροι είχαν χτυπηθεί μεταξύ τους. Ο ακροδεξιός δίπλα μου με το μπανταρισμένο κεφάλι μού έλεγε ξανά και ξανά ότι οι δημοσιογράφοι πρέπει να αναλάβουμε τις ευθύνες μας επειδή μια ομάδα αριστερών τον είχε χτυπήσει με λοστούς. Ενας πυροσβέστης, που τον μετέφεραν στον δεύτερο όροφο και ήταν εκτός υπηρεσίας, παρουσίαζε αναπνευστικά προβλήματα και ήταν μόνιμα υπό αστυνομική συνοδεία. Οταν ρώτησα γιατί τον συνόδευαν αστυνομικοί, μού είπαν ότι έχει συλληφθεί. Ενας άλλος συνάδελφος έφτασε με σοβαρό πρόβλημα ακοής διότι η χειροβομβίδα κρότου λάμψης είχε πέσει δίπλα στο κεφάλι του. Αναρωτιόμουν εάν αυτό το «σφαγείο» ήταν η ειρηνική συνάντηση των «ακομμάτιστων πολιτών» στο Σύνταγμα. Οπως είπαμε, σε αυτήν τη δουλειά έχει αξία να ακούς και κάποιον άλλον εκτός από τον εαυτό σου.