Είναι ένας ελκυστικός άνδρας, αλλά δεν είναι ακόμα ένας από εκείνους που εισβάλλουν στον τηλεοπτικό κόσμο. Και αυτό γιατί ο Πάνος Ιωαννίδης είναι κάτι παραπάνω από καταξιωμένος στον τομέα του και έχει μακρά πορεία στο χώρο της γαστρονομίας. 

Ο 42χρονος σεφ, που κρίνει τα πιάτα των διαγωνιζόμενων στο νέο κύκλο του MasterChef που προβάλλεται καθημερινά μέσα από τη συχνότητα του Star, μαζί με τους Δημήτρη Σκαρμούτσο και Σωτήρη Κοντιζά απέδειξε μιλώντας στο star.gr ότι πίσω από έναν δυνατό σεφ δεν κρύβεται μόνο το ταλέντο, αλλά και η ικανότητα να συνθέτεις γεύσεις που τελικά αποτυπώνουν μυστικά μιας ολόκληρης ζωής. 

Και μπορεί στους κύκλους του να είναι γνωστός και το όνομά του να αποτελεί εγγύηση, όμως για το μέσο τηλεθεατή είναι ένας άγνωστος ή μάλλον «ένας από τους κριτές του MasterChef». Ωστόσο, εκείνος μοιάζει να μην ενοχλείται από τον «νέο του τίτλο».

«Σίγουρα η δημοσιότητα είναι πολύ καλή για την μετέπειτα πορεία μου, όσον αφορά στα επαγγελματικά μου. Μπορεί όλοι οι συνάδελφοι να γνωριζόμαστε, όμως το ευρύ κοινό θα μπορέσει τώρα να με γνωρίσει, πρώτα τηλεοπτικά και αργότερα ίσως σε κάποιο εστιατόριο ή σε κάποιο event, που θα μπορέσει να δοκιμάσει και κάποιο πιάτο μου. Αυτό από μόνο του είναι κέρδος», είπε και συνέχισε: «Αν η πορεία μου βέβαια είναι μόνο τηλεοπτική, θα χαρακτηριστώ τηλεοπτικός σεφ, κάτι που εν θα ήθελα να γίνει – ή τουλάχιστον να γίνει μέχρι ένα σημείο. Θα ήθελα να την αποφύγω αυτή την ταμπέλα».

Δηλώνει «μακαρονάς» και σε αυτό έχει συντελέσει και η πολυετής διαμονή του στην Ιταλία, όπου είχε σημειώσει μεγάλη καριέρα. Πήρε, όμως, την απόφαση να επιστρέψει στα πάτρια εδάφη. Και το τι ήταν αυτό που του έκανε το «κλικ» για να κάνει βαλίτσα και να επιστρέψει στην Ελλάδα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. «Στην Ιταλία ήμουν πάρα πολύ καλά. Είχα γνωριμίες, έβγαζα χρήματα, δεν είχα επαγγελματικό λόγο να γυρίσω. Ο μόνος λόγος για τον οποίο θεώρησα ότι πρέπει να γυρίσω ήταν ότι μου έλειψε η Ελλάδα! Πραγματικά μου έλειψε! Και μάλιστα ενώ δεν ακούω ελληνική μουσική, το περίεργο της υπόθεσης είναι ότι βρισκόμουν σε ένα 5στερο ξενοδοχείο στην Ελβετία, σε ένα event και άκουσα έναν πιανίστα να παίζει ‘Ζορμπά’. Και βούρκωσα. Ήταν κάτι που δεν θα άκουγα ποτέ στην Ελλάδα, αλλά μου θύμισε τόσο πολύ τη χώρα μας. Και σκέφτηκα ότι ήρθε η ώρα να γυρίσω». Και την απόφασή του αυτή μέχρι και σήμερα δεν την έχει μετανιώσει.

Αν και η κουζίνα είναι για πολλούς γυναικεία υπόθεση, ο Πάνος Ιωαννίδης επισημαίνει ότι στις κουζίνες των εστιατορίων «υπάρχει ρατσισμός όταν υπάρχει γυναίκα σεφ. Ως επί το πλείστον, το να είσαι επαγγελματίας μάγειρας είναι – λόγω της δυσκολίας του επαγγέλματος, του σκληρού ωραρίου και της φυσικής κούρασης – μια δουλειά στην οποία λίγες γυναίκες αντέχουν. Οπότε όταν μια γυναίκα μπει σε αυτό τον χώρο και φτάσει σε ένα επίπεδο που είναι εκείνη η σεφ, αφενός είναι αξιοζήλευτη, αφετέρου είναι δύσκολος χώρος για να ‘επιβιώσει’».

Οι παίκτες έχουν πολλά να αποκομίσουν από τη συμμετοχή τους στο παιχνίδι μαγειρικής. Αλλά και ο ίδιος μέσα από τους παίκτες «παίρνει την αγάπη και την όρεξή τους. Γιατί μετά από 23 χρόνια που βρίσκομαι στο χώρο επαγγελματικά, λίγο είχα ξεχάσει πώς ξεκίνησα. Και βλέπω στα παιδιά μια αγάπη που έχουν για αυτό που κάνουνε και μου θυμίζει πολλά από τον εαυτό μου, από το ξεκίνημά μου. Είναι όπως όταν συναναστρέφεσαι με μικρά παιδιά, παίρνεις κάτι από τη ζωντάνια τους».

Στα πρώτα του βήματα έχει δεχθεί κι εκείνος κριτική, σαν αυτή που κάνει στους παίκτες. Όπως επισημαίνει, άλλωστε, η κριτική είναι μια διαδικασία που στο χώρο εργασίας του δεν σταματά ποτέ. «Είναι η φύση της δουλειάς μας να κρινόμαστε σε κάθε πιάτο που παρουσιάζουμε. Πάντα υπάρχει αυτό, άσχετα αν γίνει ή δε γίνει, μας το πουν δεν μας το πουν. Η γεύση, βέβαια, είναι υποκειμενική εντελώς. Σπάνια θα είναι κάποιος 100% ικανοποιημένος, όσο καλό κι αν είναι το πιάτο. Στο φαγητό πάνω, όμως, πρέπει να δέχεσαι κάθε κριτική. Και σχεδόν πάντα από τις κακές κριτικές είναι μπαίνεις στη διαδικασία να σκεφτείς το αποτέλεσμά σου και να βελτιωθείς», δήλωσε.

Ωστόσο, δεν έχουν όλοι το ταλέντο που πιστεύουν στην μαγειρική και παραδέχεται ότι υπάρχει πιάτο που έχει «φοβηθεί» να δοκιμάσει. «Στις οντισιόν υπήρξαν πιάτα που δεν ήθελα να δοκιμάσω. Το οπτικό είναι σίγουρα το 50% και πάνω που θα σε αποτρέψει από το να δοκιμάσεις. Αν δεν γεμίζει το μάτι, δεν γεμίζει το στομάχι, όπως λένε. Αλλά πάντα δίνω βάση και στη συνολική εικόνα», είπε και εξήγησε: «Μετράει και ποιος φτιάχνει ένα πιάτο. Αν δεν με καλύπτει ενεργειακά ένας μάγειρας που μου παρουσιάζει ένα πιάτο, με αποτρέπει από το να δοκιμάσω. Ίσως το πρώτο που θα κοιτάξω πριν ακόμα δοκιμάσω είναι η ενέργεια. Ο καθένας από εμάς δίνει ενέργεια στο φαγητό. Για αυτό και διαφοροποιούμαστε. Είχα 30 μαθητές, είχαν τον ίδιο δάσκαλο, τα ίδια υλικά, τα ίδια βιβλία, το ίδιο μάθημα. Κι όμως έπαιρνα 30 διαφορετικά αποτελέσματα από το ίδιο πιάτο. Σαφώς μετράει και η τεχνική, αλλά έχει να κάνει και με την ενέργεια που για μένα μεταφράζεται σαν αγάπη γι’ αυτό που κάνεις».

Όσον αφορά στο πώς αντέδρασε; «Για να είμαι ευγενικός, με μισή καρδιά το δοκίμασα. Για να μπορέσω να είμαι αντικειμενικός στην κρίση μου. Είναι η δουλειά μου και προσπαθώ να την κάνω καλά», είπε.

Και το κλείσιμο της συνέντευξης ήταν απολαυστικό και μας ξάφνιασε, μιας και ο Πάνος Ιωαννίδης ούτε λίγο ούτε πολύ μας αποκάλυψε ότι η μαμά του πολύ σπάνια τρώει από τα ταλαντούχα και διακεκριμμένα χέρια του κι αυτό «γιατί δεν με αφήνει να μαγειρέψω σπίτι. Μου λέει ότι είναι η κουζίνα της, ότι τα κάνω χάλια και να πάω στη δικιά μου την κουζίνα!».

 

Συνέντευξη στην Κάσσι Φιλιππιτζή

email: k.filippitzi@star.gr

 

 

 

 

Tags: