Η θύελλα αντιδράσεων που προκλήθηκε μετά την βόμβα ότι η διάσωση του ΔΟΛ περνάει μέσα από τα χέρια του Βασίλη Μουλόπουλου, εξελίσσεται σε σφοδρή καταιγίδα που πλήττει την πολιτική και δημοσιογραφική ζωή του τόπου.

Στις σημερινές εξελίξεις σημαίνουσα βαρύτατα έχει το πρωτοσέλιδο άρθρο της εφημερίδας «Τα Νέα» του συγκροτήματος Λαμπράκη, με τίτλο: με τίτλο «Τι (δεν) είναι οι εφημερίδες», τονίζοντας μάλιστα ότι «οι εφημερίδες δεν είναι γιαούρτια».

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ: Η απάντηση του ΔΟΛ μετά τη θύελλα για την εμπλοκή Μουλόπουλου

Ο Γιάννης Πρετεντέρης, ο Γιώργος Παπαχρήστος, όπως και άλλοι αρθρογράφοι της εφημερίδας απαντούν στην εμπλοκή της κυβέρνησης στις διεργασίες για την επόμενη μέρα στον ΔΟΛ.

Τι έγραψε ο Πρετεντέρης στην στήλη του

Στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας, ο Γιάννης Πρετεντέρης μέσα από τη στήλη του «Εμπιστευτικά» έγραψε για τις εξελίξεις στον ΔΟΛ ότι δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία πως η κυβέρνηση διεκπεραιώνει ένα σχέδιο άλωσης του Τύπου:

«Δεν νομίζω να υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία πως η κυβέρνηση διεκπεραιώνει ένα σχέδιο άλωσης του Τύπου.

Το σχέδιο αυτό διαθέτει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία το τοποθετούν εξ ορισμού εκτός του δημοκρατικού πλαισίου και του πολιτικού μας πολιτισμού.

Πρώτον, στηρίζεται σε μία ολοκληρωτική αντίληψη. Θεωρεί δηλαδή ότι πραγματικότητα είναι η βούληση ή το συμφέρον της ομάδας που ασκεί την εξουσία και αυτήν οφείλουν να υπηρετούν και να αναπαράγουν όσοι μετέχουν στη διαμόρφωση της πραγματικότητας.

Γι' αυτό ο έλεγχος του Τύπου έχει αποκτήσει τόση σημασία στα μάτια της κυβερνητικής εξουσίας. Είναι η εκχυδαϊσμένη εκδοχή των παλιών ασυναρτησιών της Αριστεράς για τους «ιδεολογικούς μηχανισμούς ελέγχου».

Δεύτερον, μετέρχεται μεθόδους αλητείας και παρακράτους. Χρησιμοποιεί δηλαδή τμήματα του κρατικού μηχανισμού, της Δικαιοσύνης και των οικονομικών υπηρεσιών για να εκφοβίσει ή να καθυποτάξει τράπεζες, επιχειρηματίες, εκδότες και δημοσιογράφους.

Η επίφαση της νομιμότητας χρησιμοποιείται ως άλλοθι ελέγχου.

Τρίτον, υποστηρίζεται από έναν πολιτικό και δημοσιογραφικό υπόκοσμο. Με το αζημίωτο, κατά κανόνα.

Καμία έκπληξη. Όπου υπάρχει κόσμος υπάρχει και υπόκοσμος.

Η επιχείρηση ελέγχου ξεκίνησε από τις τηλεοράσεις. Το Hold up όμως ήταν τόσο χοντροκομμένο που απέτυχε. Παρ' όλα αυτά, οι αυτουργοί του επιμένουν με το πάθος φανατικού. 

Επεκτείνεται και στον Τύπο. Ο ΔΟΛ είναι ο πιο προφανής στόχος, ο πιο συμβολικός αλλά και ο πιο ευάλωτος λόγω εγγενών αδυναμιών.

Αυτό είναι το σχέδιο. Πολλοί και για πολλούς λόγους το υπηρετούν ή είναι έτοιμοι να το υπηρετήσουν. Από απληστία, φόβο, συμφέρον, φιλοδοξία, κόμπλεξ ή απλή ανοησία. 

Αλλά όχι όλοι. Και εκεί κολλάει το νταραβέρι.

Διότι ακόμα κι αν η κυβέρνηση αλώσει εκδοτικά τις εφημερίδες, θα πρέπει να βρει δημοσιογράφους για να τις γράφουν και αναγνώστες για να τις διαβάσουν.

Μεταξύ μας, δεν βλέπω πολλούς υποψήφιους για το ένα ή για το άλλο. Οι αντιδράσεις των αναγνωστών, οι δικές σας αντιδράσεις, το τελευταίο 24ωρο ήταν όχι μόνο συγκινητικές, αλλά και ενδεικτικές.

Και ο λόγος τελικά είναι απλός. Η σχέση του δημοσιογράφου και του αναγνώστη με την εφημερίδα δεν οικοδομείται με λογική πολιτικής ανεμοδούρας ούτε παρασκηνιακής συναλλαγής ούτε με την επιβολή κομματικών κομισαρίων.

Αυτά είναι για άλλες χώρες και άλλες εποχές. Επιτρέψτε μου να προσθέσω: και για άλλες ικανότητες.

Ακόμη περισσότερο όταν όλοι γνωρίζουμε πως οι δημοσιογράφοι, εφημερίδες και εισαγγελείς δεν υπάρχουν μόνο σήμερα. Θα υπάρχουν και αύριο.

Διότι τελικά το μόνο που αλλάζει με απόλυτη βεβαιότητα σε μία δημοκρατική χώρα όπως η Ελλάδα είναι οι κυβερνήσεις». 

Παπαχρήστος: Παραμένω στα «Νέα» μέχρι νεωτέρας

Ιδιαίτερα αιχμηρός στη στήλη του «Στίγμα» είναι και ο Γιώργος Παπαχρήστος, ο οποίος απάντησε και στο αν θα παραμείνει στην εφημερίδα.

Μεταξύ άλλων έγραψε:

«Άλλο το '77, άλλο το 2017»

Πρέπει να ομολογήσω ότι όταν χθες νωρίς το βράδυ έγραφα για να καθησυχάσω συνάδελφό μου της «Αυγής», η οποία ανησύχησε περί της τύχης μου στα «ΝΕΑ», το ακόλουθο: «Παραμένω εδώ, σε αυτή τη σελίδα. Και θα παραμείνω όσο έχω την ευχέρεια να διατυπώνω ελεύθερα και χωρίς παρεμβάσεις, άποψη. Όταν αυτό πάψει για κάποιο λόγο να ισχύει (λ.χ. στην απίθανη περίπτωση να μεταβληθούν "ΤΑ ΝΕΑ" στη μεσημεριανή εκοδχή της "Αυγής”) είναι προφανές οι θα εκλείψουν και οι λόγοι ύπαρξης του "Στίγματος”», αγνοούσα παντελώς τις εξελίξεις περί την ανάληψη των τυχών του ΔΟΛ από τον κύριο Βασίλη Μουλόπουλο.

Όχι πως θα άλλαζα κάτι σε σχέση με ό,τι έγραψα, αν το είχα πληροφορηθεί νωρίτερα, αλλά είναι ευκαιρία νομίζω να ξεκαθαρίσω κάτι που φαίνεται πως παραβλέπουν, εκουσίως ή ακουσίως, όσοι εκ του παρασκηνίου προχώρησαν σε αυτή την περίεργη έως και ύποπτη μεθόδευση:

Τα μέσα ενημέρωσης, και κυρίως οι εφημερίδες, δεν είναι απλώς ένας τίτλος, ένα όνομα σε μια μαρκίζα. Είναι πάνω απ' όλα οι άνθρωποι που τις στελεχώνουν. Αυτοί που κάτω από μύριες δυσκολίες αγωνίζονται καθημερινά να παραδώσουν στον αναγνώστη της επομένης, που είναι και ο πραγματικός τους εργοδότης, ένα άρτιο από κάθε άποψη προϊόν που να δικαιολογεί το 1,5 ευρώ που εκείνος κατέβαλε για να αγοράσει την εφημερίδα.

Χωρίς αυτούς ή κάποιους από αυτούς, μια εφημερίδα, όσο βαρύ και να είναι το όνομά της, δεν είναι παρά ένα «αδειανό πουκάμισο»...

Και είναι μεγάλο λάθος να προσπαθείς σήμερα να ερμηνεύσεις τα πράγματα με κάτι που έχει συμβεί στο παρελθόν. Το 2017 δεν είναι ούτε το 1977 ούτε καν το 2007.

Εμπιστοσύνη

Δεν αναφέρομαι τυχαία σε αυτές τις ημερομηνίες. Σε μια συζήτηση που είχαμε με τον Σταύρο Ψυχάρη προ καιρού στο Da Capo, στη σκιά της «ιερής κολόνας», μου είχε υπενθυμίσει το γεγονός της μεταπήδησης του κορυφαίου χρονογράφου των «ΝΕΩΝ» Δημήτρη Ψαθά από τα «ΝΕΑ» στην «Ελευθεροτυπία» του Κίτσου Τεγόπουλου, εκεί περί το 1977. Τον σάλο που είχε προκαλέσει και τον φόβο για την επίπτωση που θα είχε στην κυκλοφορία των «ΝΕΩΝ». Αποδείχθηκε ότι δεν είχε παρά την ελάχιστη. Και έμεινε στην ιστορία του Τύπου ως κορυφαίο παράδειγμα ότι τελικά το «μοναστήρι να 'ναι καλά, κι από καλόγερους...».

Αλλά όπως προανέφερα, το 1977 δεν είναι το 2017. Τότε μπορεί να έφυγε ο Ψαθάς και να μην άνοιξε μύτη, επειδή τη θέση του χρονογράφου της εφημερίδας την κατέλαβε ο Παύλος Παλαιολόγος, άλλος κολοσσός της δημοσιογραφίας. Σήμερα, 40 χρόνια μετά, ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι θα ισχύσει το ίδιο; Εγώ δεν θα στοιχημάτιζα. Μην κάνουν το λάθος οι εκ του παρασκηνίου δρώντες. Γιατί όπως προανέφερα, μια εφημερίδα είναι κυρίως και πρωτίστως οι άνθρωποί της. Αυτούς ξέρουν, αυτούς εμπιστεύονται οι αναγνώστες των «ΝΕΩΝ». Αλλιώς θα αγόραζαν «Αυγή», να διαβάζουν Καρτερό και Κατσάκο...»

Tags: