Το ότι οι διασκέψεις του Συμβουλίου της Επικρατείας για το θέμα των τηλεοπτικών αδειών δεν πρέπει να μετατεθούν για τα τέλη Σεπτέμβρη λόγω των διακοπών, επισημαίνει σε άρθρο του ο καθηγητής Διοικητικού Δικαίου του πανεπιστημίου Αθηνών, Πάνος Λαζαράτος.

Αναλυτικά, στο βαρυσήμαντο άρθρο του, στο capital, κ. Λαζαράτος γράφει:

«Η μετάθεση των δικαστικών διασκέψεων της Ολομελείας του ΣτΕ, λόγω διακοπών, για το μείζον ζήτημα των τηλεοπτικών αδειών στα τέλη Σεπτεμβρίου θα αποτελέσει καίριο πλήγμα στην αξιοπιστία, διαφάνεια και φερεγγυότητα του διαγωνισμού έναντι των διαγωνιζομένων, των Ελλήνων πολιτών και των Ευρωπαϊκών θεσμών, προσβάλ��οντας οφθαλμοφανώς βασικές δικαιοκρατικές αρχές αλλά και το ίδιο το κύρος του Ανώτατου Δικαστηρίου μας.

Οι διασκέψεις "κατόπιν εορτής λόγω διακοπών" στο μείζον αυτό ζήτημα Δημοκρατίας, σε μια τέτοια εσωτερική και διεθνή συγκυρία, φαλκιδεύουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής προστασίας, διότι θέτουν τους δικαστές ενώπιον τετελεσμένων γεγονότων, που είναι πολύ δύσκολο να ανατραπούν, επηρεάζοντας αναμφισβήτητα, μέσω της χρονικής αυτής μεταθέσεως την ανεξάρτητη κρίση τους. Τυχόν ακυρωτική απόφαση μετά το πέρας του διαγωνισμού οδηγεί το τηλεοπτικό τοπίο στο απόλυτο χάος και τρέπει την αναγκαία προληπτική δικαστική προστασία σε υπέρογκες αξιώσεις αποζημιώσεως όλων (παλαιών και νέων αδειούχων) κατά του Ελληνικού Δημοσίου και κατ’ επέκταση σε νέα επιβάρυνση των Ελλήνων.

Οι διαγωνιζόμενοι θα πρέπει να καταλάβουν επιτέλους, χωρίς να παραπλανώνται από υποβολιμαίους κυβερνητικούς ψιθύρους, ότι μια τέτοια ανεπίκαιρη απόφαση θα βλάψει τους πάντες, νικητές και ηττημένους του διαγωνισμού, χωρίς να μπορεί να ωφελήσει κανέναν. Γι΄ αυτό, η κατόπιν εορτής κρίση δεν μπορεί να είναι αμερόληπτη εκ της φύσεώς της, χωρίς αυτό να συναρτάται ασφαλώς με το εγνωσμένο ήθος των δικαστών του ΣτΕ.

Και η Κυβέρνηση θα έπρεπε να ζητήσει μετ’ επ��τάσεως την ταχεία έκδοση αποφάσεως προ της ολοκληρώσεως του διαγωνισμού, θεσμικά, δια του Υπουργού Επικρατείας, ως διαδίκου της υποθέσεως. Φοβάμαι ότι δεν θα το πράξει. Η απόλυτη τήρηση της νομιμότητας και της διαφάνειας σε κάθε πεδίο του δημόσιου βίου θα έπρεπε εντούτοις να είναι η σημαία της. Η συμπεριφορά της δείχνει ότι θέλει να ελέγξει και να χειραγωγήσει την πληροφόρηση σε όλες της τις εκφάνσεις. Μη διδασκόμενη απολύτως τίποτα από το τουρκικό παράδειγμα του αιματηρού πραξικοπήματος. Με επιπόλαιη μικροπολιτική και τακτικισμούς επιδιώκει να αποφύγει την έγκαιρη δικαστική κρίση σχετικά με την συνταγματικά πρωτοφανή αντικατάσταση της ανεξάρτητης αρχής από τον Υπουργό. Χειρότερο από έγκλημα. Λάθος!

Τέλος και ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ως ρυθμιστής του πολιτεύματος, μπορεί, αν το θελήσει, να διαδραματίσει ρόλο θετικό. Γνωρίζει, ως διαπρεπής καθηγητής του Δημοσίου Δικαίου, την ουσιώδη σημασία της έγκαιρης δικαστικής κρίσεως. Μια λέξη του, προς την σωστή όμως κατεύθυνση, θα βοηθούσε αποτελεσματικά. Και θα τον δικαίωνε στις συνειδήσεις όσων (ίσως άδικα) παραπονούνται για την υπερβολικά αγαστή συνεργασία του με την Κυβέρνηση, που με τη σειρά της φέρεται να διατηρεί στο ζήτημα των ΜΜΕ προνομιακή σχέση με τον Κ. Καραμανλή, συνεχίζοντας κατά τα λεγόμενά της "από εκεί που αυτός σταμάτησε".

Το ΣτΕ, η Κυβέρνηση και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχουν τη θεσμική δυνατότητα να συμβάλουν στο να εκδοθεί απόφαση, στην μεγαλύτερη δίκη της μεταπολιτευτικής Ελλάδος για τα ΜΜΕ, τη σωστή χρονική στιγμή. Δηλαδή τώρα, εντός του θέρους και όχι μετά τον διαγωνισμό. Αναβάλλοντας και παραλείποντας εκτίθενται ως μη έδει στην δίκαιη κριτική κάθε Έλληνα, που δεν θα λησμονήσει το μέγιστο κοινό ιστορικό λάθος για το κράτος δικαίου και τη δημοκρατία. Οι συγκυρίες παρέρχονται, το σφάλμα όμως πληγώνει και τούτος ο πόνος θα είναι συλλογικός και μνησιπήμων, γιατί αφορά τα θεμελιώδη.

Έστω και την ύστατη στιγμή, ειδικώς το ΣτΕ πρέπει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και της ιστορίας του. Δεν θα είναι η πρώτη φορά που το πράττει».