Την απόφαση της Κυβέρνησης για το κλείσιμο 4 καναλιών δεν θα μπορούσε να μην σχολιάσει ο Διευθυντής Πληροφορικής στο Media Lab, Μιχάλης Μπλέτσας.

Ο ίδιος όπως ανέφερε διάβασε πριν μια εβδομάδα την ανάρτηση υπουργού της κυβέρνησης στα μέσα κοιν��νικής δικτύωσης για μια μελέτη της Σχολής Ρυθμιστικής της Φλωρεντίας (FSR/EUI) που εκπονήθηκε κατά παραγγελία της ελληνικής κυβέρνησης και η έκπληξή του ήταν μεγάλη.

Δεδομένης της υπάρχουσας κατάστασης, των δυνατοτήτων της ήδη εγκατεστημένης υποδομής ψηφιακής εκπομπής καθώς και των ήδη δρομολογημένων τεχνολογικών εξελίξεων, το συμπέρασμα της μελέτης με εξέπληξε και μου κίνησε την περιέργεια. Προσπάθησα να βρω τη συγκεκριμένη μελέτη στον ιστότοπο του FSR χωρίς αποτέλεσμα. Τις επόμενες μέρες, είδα αρκετά άρθρα στον τύπο να την σχολιάζουν αλλά πουθενά την ίδια τη μελέτη, γεγονός τουλάχιστον περίεργο για μελέτη που έχει εκπονηθεί κατά παραγγελία και με έξοδα του δημοσίου.

Η μελέτη την οποία και βρήκε αναρτημένη στην ιστοσελίδα της FSR, επιχειρεί να α��αντήσει σε δύο ερωτήματα: πόσες άδειες πανελλαδικής κάλυψης θα πρέπει να δημοπρατηθούν και σε ποια τιμή εκκίνησης.

Στο πρώτο ερώτημα η μελέτη γρήγορα καταλήγει στον αριθμό «4» με επιχειρηματολογία η οποία έχει σοβαρές τεχνικές ατέλειες.
• Θεωρεί ότι ο καταμερισμός συχνοτήτων εκπομπής της συνθήκης GE06 έχει απόλυτα δεσμευτικό χαρακτήρα όταν η ίδια η συνθήκη περιέχει τη διαδικασία την οποία θα πρέπει να ακολουθούν οι όποιες αποκλίσεις από τον αρχικό καταμερισμό.
• Ενώ ρητά αναφέρει ότι η χωρητικότητα των ήδη εγκατεστημένων πολυπλεκτών στην Ελλάδα είναι 24.88 Mbits/sec, χρησιμοποιεί τα 20 Mbits/sec για τους υπολογισμούς της.
Αγνοεί την τεχνική της στατιστικής πολυπλεξίας και χρησιμοποιεί τα 8Mbits/sec ως την εν��εδειγμένη χωρητικότητα για τη μετάδοση ενός προγράμματος υψηλής ευκρίνειας, κάτι που δεν ισχύει εδώ και χρόνια (η αναγκαία ταχύτητα μετάδοσης για μια ροή HD σήμερα είναι πιο κοντά στα 6Mbit/sec και θα γίνει ακόμα μικρότερη στο άμεσο μέλλον με τη χρήση βελτιωμένων τεχνικών κωδικοποίησης).

Κάνοντας λοιπόν όλες τις παραπάνω, αρκετά αυθαίρετες παραδοχές, η μελέτη καταλήγει στον αριθμό 4 (4 πολυπλέκτες συνολικά, 2 στα κρατικά κανάλια, 2 στα ιδιωτικά με 20Mbps ανά πολυπλέκτη, 8 Mbps για κάθε ροή προγράμματος, άρα 4 συνολικά άδειες). Ο αριθμός 4 φαίνεται ακόμα πιο περίεργος όταν ο πάροχος δικτύου (DIGEA) σήμερα μπορεί να υποστηρίξει τουλάχιστον 12 HD πανελλαδικές ροές προγράμματος. Πέρα από την προβληματική τεχνική ανάλυση, η μελέτη αναδεικνύει πολλά έντονα προβλήματα στο ρυθμιστικό τομέα καθώς και τ��ν χρόνια έλλειψη σοβαρής τεχνολογικής πολιτικής από την πλευρά του ελληνικού κράτους. Για παράδειγμα, από τη (σωστή) επισήμανση της μελέτης ότι χρειάζεται ανανέωση του χάρτη συχνοτήτων λείπουν οι ακόλουθες αιτιάσεις:
• Ενώ οι γειτονικές χώρες ακολουθούν εδώ και χρόνια τη διαδικασία κατοχύρωσης αποκλίσεων από το χάρτη συχνοτήτων της GE06, η Ελλάδα δεν έχει κάνει απολύτως τίποτα. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα πρωτεία στο συγκεκριμένο τομέα έχει η Ιταλία (η οποία λόγω του μπερλουσκονικού τηλεοπτικού τοπίου έχει μεγάλες ανάγκες σε φάσμα). Επιπλέον δικαιώματα χρήσης διαύλων εκπομπής έχουν κατοχυρώσει μεταξύ άλλων, η Αλβανία και η Βουλγαρία.
• Οι περισσότερες παρεμβολές στην Ελλάδα είναι στο Ιόνιο, προερχόμενες από την Ιταλία.
• Ο περιορισμός του αριθμ��ύ των πολυπλεκτών είναι ενάντια στα συμφέροντα της χώρας στις διαπραγματεύσεις κατοχύρωσης δικαιώματος χρήσης συχνοτήτων, στις Οι περισσότερες παρεμβολές στην Ελλάδα είναι στο Ιόνιο, προερχόμενες από την Ιταλία. ποίες πάντα έχει μεγάλη βαρύτητα το «use it or loose it»


Άλλο μεγάλο πρόβλημα των προδιαγραφών της μελέτης είναι η μετάβαση σε ροές υψηλής ευκρίνειας. Ενώ στην Ελλάδα κανένα ιδιωτικό κανάλι δεν εκπέμπει σήμερα σε υψηλή ευκρίνεια και ο πρόσφατος νόμος (4339/2015) ούτε προβλέπει τέτοια υποχρέωση, ούτε θέτει χρονοδιάγραμμα μετάβασης, η μελέτη υποθέτει εκπομπή υψηλής ευκρίνειας (HD) για τον υπολογισμό του αριθμού των αδειών, παρακάμπτοντας ουσιαστικά τις τεχνολογικές εξελίξεις που αυξάνουν δραστικά τη χωρητικότητα του δικτύου (DVB-T2) στους υπολογισμούς της.

Προσπάθησα χωρίς επιτυχία να βρω την πρόσφατα ψηφισθείσα τροπολογία Παππά, η οποία λογικά θα πρέπει να περιέχει διάταξη για την άμεση μετάβαση σε εκπομπή HD για τους αδειούχους. Σε αντίθετη περίπτωση, η μελέτη γίνεται ακόμα πιο προβληματική, μιας και πραγματεύεται το μέλλον με τεχνολογικές προδιαγραφές του παρελθόντος.

Θα προτιμήσω να αφήσω ασχολίαστο το δεύτερο ερώτημα της μελέτης για το τίμημα των αδειών (όπου η ανάλυση μου φαίνεται πολύ πιο αξιόπιστη) επισημαίνοντας όμως ότι ενώ η κυβέρνηση προϋπολόγιζε ως πέρσι έσοδα της τάξης των 300 εκατομμυρίων, η τιμή εκκίνησης για κάθε άδεια ορίζεται μεταξύ μισού και 3,5 εκατομμυρίων ευρώ! Επίσης θα επισημάνω ότι αυτό το συμπέρασμα μάλλον φαίνεται να αποσοβήθηκε στη διθυραμβική ανακοίνωση του «4».

Κλείνω με την (όχι και τόσο) λεπτή ειρωνεία της ανάθεσης της μελέτης στη Σχολή Ρυθμιστικής της Φλωρεντίας, τη στιγμή που στην Ελλάδα η κυβέρνηση δεν παύει να δείχνει την έντονη απέχθειά της προς τις ρυθμιστικές αρχές. Πέραν των περιπετειών του ΕΣΡ, να υπενθυμίσουμε ότι η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων παραμένει ακέφαλη για πάνω από ένα χρόνο…

Το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο στην Ελλάδα είναι ένα καθρέπτης των χειροτέρων χαρακτηριστικών της ελληνικής κοινωνίας. Την κύρια ευθύνη για αυτό φέρει η πολιτεία (ή διαφορετικά η διαχρονική έλλειψη σοβαρής πολιτικής και κατανόησης του αντικειμένου). Η συγκεκριμένη μελέτη δυστυχώς φαίνεται να συμβάλλει στη διαιώνιση του φαινομένου…