Μπουχτισμένος ο Πέτρος Κωστόπουλος με τα όσα έχουν ακουστεί τον τελευταίο καιρό για τον ίδιο και τη συνεργασία του με τον ΑΝΤ1 αποφάσισε να γράψει όλη την αλήθεια στο blog του.

Διαβάστε τι έγραψε ο εκδότης:

«Εκφράσεις όπως «τα σπάσανε», «διαφώνησαν», «δεν τα βρήκαν», «φεύγει και από τον ΑΝΤ1», είδαν το φως της δημοσιότητας με αφορμή την οικιοθελή μου αποχώρηση από τη Δάφνη. Γιατί αυτές οι πληροφορίες να είναι συνήθως λάθος; Είναι αθώο;

Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί πρέπει να συνέβη, σύμφωνα με τον εγκέφαλο κάποιων, κάτι περίεργο ή βίαιο στην αποχώρησή μου από τη Δάφνη. Είναι μερικές φορές που αισθάνομαι σαν τον Γιαγκούλα ή σαν τον Νταβέλη όταν διαβάζω κείμενα κάποιων που με αφορούν. Από ό τι ξέρω ο Νταβέλης παρεπιδημούσε στις παρυφές της Αθήνας και όχι στο Πήλιο από όπου προέρχομαι όπου ευδοκιμούν, σύμφωνα με τη μυθολογία, μόνο Κένταυροι και αμαζόνες. Δεν ξέρω γιατί αλλά στο μυαλό κάποιων εγώ πρέπει πάντα να τσακώνομαι! Λέγε λέγε θα το πιστέψω και θα πλακωθώ καμιά μέρα με κανέναν που το λέει…

Ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή…

Αποφάσισα να πάω στον ΑΝΤ1 μετά από μία πολύ γλυκιά συζήτηση που είχα τόσο με τον Μίνωα ��υριακού όσο και με τον Θοδωρή. Στη φάση που έγινε αυτό, όταν ήμουν σε πλήρη αφασία ψυχολογική, επαγγελματική και οικονομική, ήταν ό τι καλύτερο μπορούσε να μου συμβεί στην προσπάθειά μου να ανακάμψω, τουλάχιστον πνευματικά και ηθικά. Από εκεί που χτυπούσα κάθε μέρα το κεφάλι μου στον τοίχο, κλεισμένος μες στο σπίτι επί μήνες, με χούφτες χαπάκια και δεν μπορούσα να σηκωθώ ούτε από το κρεβάτι μου, με φιλοξένησαν με τον πιο γλυκό τρόπο σε ένα φιλικό περιβάλλον όπου άρχισα να βγαίνω από τον «μεγάλο ύπνο» -που έλεγε και ο Ρέιμοντ Τσάντλερ- ο οποίος είχε κρατήσει πάνω από έναν χρόνο. Σε μια εποχή που δεχόμουν βροχή τις καρπαζιές, τις κλωτσιές και τις γροθιές από τον κάθε τυχάρπαστο (όχι ότι σταμάτησαν, δόξα τω Θεώ δεν έχω παράπονο), αυτοί οι άνθρωποι μου έδω��αν την ευκαιρία να επαναδρομολογηθώ. Το πήρα πολύ σοβαρά, να επιστρέψω αυτό που μου δώσανε. Κι έτσι μέσα σε τρεις μήνες, επιμελήθηκα τεσσάρων περιοδικών -των οποίων άλλαξα τη μορφή- και δημιούργησα, όπως είχε ανακοινωθεί και στην αρχή, και ένα μεγάλο entertainment site που θα βγει εντός των ημερών στον αέρα.

Όλοι πιστεύαμε -και αυτοί και εγώ- ότι αυτή η δουλειά θα κρατούσε κανέναν χρόνο. Αλλά ευτυχώς για όλους έγινε πολύ γρήγορα, σε χρόνο ρεκόρ. Την ίδια στιγμή που συνέβαινε αυτό άρχισα να συνέρχομαι σιγά σιγά, σαν πυγμάχος μετά το knock down κι ενώ βρίσκεται στο δρόμο για τα αποδυτήρια. Άρχισα να ξανασκέφτομαι, να αισιοδοξώ μερικές φορές -παρότι το περιβάλλον στα media είναι θανατηφόρο- και να ξανακατεβάζω καμιά ιδέα για το τι θα μπορούσα να κάνω στο μέλλον. Κατά κάποιο τρόπο έκανα το αγροτικό μου, γιατί δεν είναι και εύκολο μετά από 17 χρόνια που έκανα το αφεντικό να πάω χαρούμενος στη δουλειά ως υπάλληλος… Δεν είθισται σε αυτό τον τόπο, γι΄αυτό και δεν το βλέπουμε να συμβαίνει συχνά.

Όταν τελείωσε η δουλειά στη Δάφνη κι όταν εγώ άρχισα πλέον να φορμάρω στο κεφάλι μου πράγματα που πριν ήταν διάσπαρτα στο μυαλό μου, το πρώτο πράγμα που τίμια έπρεπε να κάνω ήταν να πω στους ανθρώπους που με φιλοξένησαν ότι η δουλειά μου τελείωσε, δεν έχω κάτι άλλο να κάνω και ως εκ τούτου θα βγω και πάλι εκεί έξω, να προσπαθήσω κάτι καινούριο. Τι να έκανα δηλαδή; Να τους έπιανα από τον λαιμό, μες στη φάση που είμαστε, να στοιχηματίσουν λεφτά στο καθαρόαιμο; Ή να κοροϊδεύω πηγαίνοντας στο γραφείο και παριστάνοντας ότι δουλεύω για κάτι που είχα τελειώσει. Ή μήπως να ακολουθούσα τις συμβουλές διάφορων πονηρών («κάν’ το αργά, αυτά δεν γίνονται μέσα σε δυο-τρεις μήνες»), γιατί έτσι έχουν μάθει να δουλεύουν αυτοί;

Πιο γλυκά και με μεγαλύτερη κατανόηση δύσκολα μπορούσε να συμβεί αυτή η διαδικασία. Και κυρίως με φιλικά αισθήματα, πολύ μεγαλύτερα από ό τι πριν πάω να δουλέψω εκεί. Ο καθένας έχει μια εικόνα για τον άλλο και αν δεν συγχρωτιστείς, ποτέ δεν θα μπορέσεις να καταλάβεις την αλήθεια. Εγώ ξέρω ότι πήγα εκεί με λίγους φίλους και αρκετούς γνωστούς και έφυγα με πολλούς φίλους.

Όσο αναφορά στη συνέχεια της εκπομπής «Βράδυ» στον ΑΝΤ1, δεν έχει τεθεί κανένα απολύτως πρόβλημα και ήδη έχουμε μιλήσει με όλους για τη συνέχισή της στην επόμενη σεζόν. Άλλωστε και το κανάλι και εγώ ευχαριστημένοι μείναμε. Η εκπομπή έκανε καλά νούμερα, είναι μάλλον φτηνή και εγώ βρήκα σε αυτή την εκπομπή το σωσίβιο για να σωθώ από κανένα σάλτο, για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τώρα την έμαθα απέξω, νεράκι…

Βέβαια, όποιος μιλάει για το τι θα συμβεί στην επόμενη τηλεοπτική σεζόν κι έχει δεμένο τον γάιδαρο, μάλλον δεν ξέρει πού πατάει και πού πηγαίνει. Δεν εννοώ σε καμιά περίπτωση ότι θα με κοροϊδέψουν. Θα με γελάσουν. Θα με πετάξουν. Εννοώ απλά ότι αν συνεχιστεί η κατάρρευση της διαφημιστικής αγοράς με τον βίαιο τρόπο που γίνεται αυτή τη στιγμή, κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι θα γίνει τον χειμώνα. Πέρυσι αρχίσαμε τον Νοέμβριο. Φέτος θα αρχίσουμε φέτος ή του χρόνου; Τα κανάλια θα έχουν λεφτά για προγράμματα ή θα στηριχτούν στην επανάληψη; Και ακόμα πιο σοβαρά, θα υπάρχει Ελλάδα όπως την ξέρουμε σήμερα στο τέλος του χρόνου;

Είχα καιρό να δουλέψω σαν υπάλληλος και έχει κι αυτό την χάρη του, καμιά φορά. Εξαρτάσαι από άλλους, αυτό είναι σαφές, αλλά από την άλλη μεριά δεν κουβαλάς και στον ύπνο σου και το παραμικρό πρόβλημα. Μαγειρεύεις μακαρόνια ανέμελος… ή περίπου. Ήταν ωραία άσκηση για μένα, άσκηση επαναπροσδιορισμού. Έτσι κι αλλιώς το είχα κάνει πριν καμιά δεκαπενταριά χρόνια το υπαλληλίκι, πριν φτιάξω την ΙΜΑΚΟ. Ναι, γνώρισα καινούριο κόσμο, γνώρισα ένα άλλο μαγαζί, πήρα σαφή μαθήματα για το πώς δουλεύουν και κατάλαβα ακόμα καλύτερα για το πώς πρέπει να δουλεύεις για να επιζήσεις στη σημερινή συγκυρία σε ένα μαγαζί. Μπορεί να είμαι μαλάκας αλλά είμαι περήφανος που δούλεψ�� με υπαλληλική σχέση.

Έχουν τελειώσει οι εποχές για πρίγκιπες. Το σλόγκαν της εποχής είναι “σκάσε και κολύμπα”. Για μένα τουλάχιστον.

Τελειώνοντας αυτή τη φάση πρέπει να ευχαριστήσω και τον Θοδωρή και τον Αλεξάντερ Χόλαντ και τον Φάνη τον Ταμπάκη, ο οποίος είναι γενικός διευθυντής στην Δάφνη, για την υπέροχη φιλοξενία και τη δουλειά που μου προσέφεραν. Όπως ευχαριστώ και τα παιδιά που συνεργάστηκα μαζί τους και ανέχτηκαν την διαφορετική λογική μου αγόγγυστα. Έτσι μου είπαν τουλάχιστον… Όμως, δεν θα ξεχάσω ποτέ μια υπέροχη κουβέντα που είχα με τον Μίνωα Κυριακού μια πολύ δύσκολη μέρα για μένα, τη χειρότερη της ζωής μου, τη μέρα δηλαδή που τελείωσε η ΙΜΑΚΟ. Όχι μόνο για τα λόγια που μου είπε αλλά κυρίως για την εξήγηση που μου έκανε���