Για τον Γιάννη Μπέζο δεν υπάρχουν παλιοί-«καλοί» και νέοι-«κακοί» ηθοποιοί. Αντίθετα, πιστεύει ότι και οι σύγχρονοι αξίζουν: «Οι παλιοί ηθοποιοί στην εποχή τους, δεν έχαιραν μεγάλης εκτίμησης. Και τότε, όπως και τώρα, ο κόσμος είχε μια ροπή στη χαζομάρα και σε αυτό που καταναλώνεται πιο εύκολα και πιο γρήγορα. Μέχρι σήμερα δεν έχουν αλλάξει τα πράγματα».

Παρατηρώντας την αντίδραση των Ελλήνων σε περίοδο κρίσης, ο Γιάννης Μπέζος διαπιστώνει ότι οι Έλληνες έχουν συσπειρωθεί γύρω από τις ταβέρνες: «Οι Έλληνες αγαπάμε να βρισκόμαστε γύρω από ένα τραπέζι, ένα ποτήρι κρασί και κάποια πιάτα. Όχι ότι πεινάμε! Η συνεύρεση γύρω από ένα τραπέζι είναι πράξη παραδοσιακή, κοινωνική, επικοινωνίας, χαλαρότητας και ζεστασιάς».

Έτοιμος να επιστρέψει και πάλι στη μικρή οθόνη υποδυόμενος τον Δρ. Μάρτιν –σειρά του BBC-, θεωρεί ότι την ελληνική τηλεόραση δεν την βλάπτουν οι ξένες σειρές αλλά η κακογουστιά και οι αντιγραφές της πλάκας: «Το ότι κάναμε 30 παραγωγές που έβγαιναν στον αέρα προχειροστημένες και ανέμπνευστες δεν ήταν μια φούσκα που μας έφερε εδώ σήμερα; Αυτή ήταν η μεγάλη κρίση της τηλεόρασης και όχι αυτή που ζούμε τώρα». Σε αυτό όπως λέει έπαιξε ρόλο και «η διάθεση των συναδέλφων μου, το “να τα αρπάξουμε και να φύγουμε”. Αυτήν τη αντιλαμβάνονται οι θεατές και γυρνάνε την πλάτη».

Έχοντας μια κόρη την Ηρώ που έχει ακολουθήσει το επάγγελμα των γονιών της και είναι και αυτή ηθοποιός, ο Γιάννης Μπέζος δηλώνει ότι είναι κάτι που του αρέσει πολύ «και δεν με φοβίζει καθόλου».

Μάλιστα, είναι υπέρ του να καταβάλλει μεγαλύτερη προσπάθεια στο χώρο ώστε να πείσει τους συναδέλφους της ότι αξίζει: «Χωρίς κούραση και προσπάθεια τι μπορεί να γίνει; Αν κάποιος έχει πραγματικό ενδιαφέρον μόνος του, βάσανο, αγωνία και ασφαλώς ταλέντο, θα βρει το δρόμο και δεν θα΄ναι αντίπαλος ούτε οι γονείς του ούτε και κανένας άλλος».

Για τον Γιάννη Μπέζο, οι πιο καλές κριτικές είναι και οι πιο ύποπτες, αφού όπως λέει «μια κακή κριτική χωρίς εμπάθεια μπορεί να σε οδηγήσει σε καλύτερα αποτελέσματα. Μια καλή κριτική, θα σου προκαλέσει ευφορία, θα σου χαϊδέψει τ΄αυτιά, αλλά δεν θα σε πάει παρακάτω».

Πλέον για εκείνον οι κριτικές έχουν πάψει να έχουν ενδιαφέρον: «είναι πάρα πολλά τα μέσα και τα έντυπα όπου γίνεται κριτική. Σαν να πρέπει να υπάρχουν και ας μην έχουν τι να πουν. Είναι προβλέψιμες».

Όσο για τα χρήματα; τα ξοδεύει όχι για να πάρει ακριβά αυτοκίνητα αλλά «για ταξίδια και προορισμούς, ή για τους φίλους μου. Αυτή η ζωή που κάνω μου αρέσει, και με αυτή αισθάνομαι όχι απλά πλούσιος αλλά billionaire(εκατομμυριούχος)».

Πηγή: Down Town