Παρόλο που έφτασε μια ανάσα από το να περάσει στην Ιατρική, ο Πάνος Κιάμος τα εγκατέλειψε όλα για την μεγάλη του αγάπη. Το πεντάγραμμο: «δεν υπήρχε κάτι άλλο στο μυαλό μου εκτός από το να γίνω τραγουδιστής»., θυμάται.

Κάποτε βοηθούσε τον πατέρα του να κουβαλά αυτόγραφα και αφίσες για τις μεγάλες τότε φίρμες. �� πατέρας του άλλωστε ήταν και ο πρώτος του θαυμαστής που τον πίστεψε πραγματικά. Μάλιστα είχε πει κάποτε στον ιδιοκτήτη του Posidonio: «τον βλέπεις αυτόν; κάποτε θα γίνει μεγάλος τραγουδιστής». Και έγινε.

Τα πρώτα του βήματα στο τραγούδι δεν ήταν εύκολα. Στον πρώτο του δίσκο τα τραγούδια «Όλα για σένανε μιλάνε» και «Χωρίς νερό μπορώ», έγιναν με την πρώτη σουξέ. Ο κόσμος όμως δεν ήξερε ποιος τα έλεγε: «μια μέρα θυμάμαι, ήμουν σε ένα λεωφορείο και μπροστά μου έβλεπα ένα ζευγαράκι να τραγουδάει το ρεφρέν του “Όλα για σένανε μιλάνε”. Το τραγουδούσαν, αλλά δεν ήξεραν πως το έλεγα εγώ. Εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα τι να νιώσω. Χαρά που γνώριζαν το κομμάτι ή πίκρα που δεν γνώριζαν ότι το έλεγα εγώ;», εξιστορεί ο Πάνος Κιάμος στο περιοδικό «Down Town».

Στο δεύτερο και στον τρίτο δίσκο, τα ίδια. Τα σουξέ σουξέ, αλλά οι πόρτες της πίστας, του ραδιοφώνου, των περιοδικών και της τηλεόρασης, κλειστές: «έλεγα απογοητευμένος “ρε παιδιά, δεν μας παίζουνε στο ραδιόφωνο”. Και μου απαντούσαν “ρε Πανούλη, προσπαθούμε αλλά…” Έβλεπα ότι το σύστημα δεν με δεχόταν. Κάποια στιγμή τα έριξα σε μένα. Σκέφτηκα πως μπορεί το δικό μου προφίλ του “λαϊκού παιδιού” να μην άρεσε. Άλλοι έλεγαν πως φταίει ο τρόπος που ντύνομαι, και άλλοι ο τρόπος που κουρεύομαι».
Δίπλα του και πάλι ο πατέρας του, που του είπε: «έτσι όπως πάμε, δεν πρόκειται να καταφέρουμε τίποτα. Εμείς θα πάμε αντίστροφα. Θα κάνουμε τον κόσμο να σε πλασάρει στα Μέσα. Θα αναλάβεις πρωταγωνιστικό ρόλο σε μικρά μαγαζιά. Θα αποκτήσεις εμπειρία. Θα μάθεις μόνος σου να κρατάς μαγαζί χωρίς να σε βαρεθεί ο κόσμος». Και το κατάφερε και αυτό.

Η μια πρόταση έφερε την άλλη και από την Καλαμάτα και τη Θεσσαλονίκη όπου γινόταν πανικός με το που έβγαινε στην πίστα, δέχτηκε πρόταση να έρθει στην Αθήνα: «Κατέβηκα στο Hook στον Πειραιά. Πίστεψα πως ήταν η ευκαιρία μου. Και τελικά έφαγα τη μεγαλύτερη σφαλιάρα της καριέρας μου».

Το κέντρο δεν πήγε καλά, όμως εκεί ήταν που γνώρισε τη γυναίκα της ζωής του,τη Ζαχαρούλα. Είναι βράδυ, οι παρέες λίγες στο μαγαζί και ο Πάνος Κιάμος με 40 πυρετό και ενέσεις κορτιζόνης για ν΄αντέξει. Ανάμεσα στις παρέες είναι και δυο κοπέλες που κάνουν το «Hook» στέκι τους και τον επισκέπτονται συχνά στα καμαρίνια. Η μια είναι η τωρινή του σύζυγος:

«Μέσα στους 3-4 πρώτους μήνες είχα καταλάβει πως ήταν η γυναίκα της ζωής μου. Την ερωτεύτηκα αμέσως. Το 2008 είχαμε αποκτήσει το πρώτο μας παιδάκι και κάναμε μαζί βάφτιση και γάμο».

Ακόμα και σήμερα όμως, δεν περηφανεύεται ότι τα κατάφερε. Το μόνο του παράπονο; «ποτέ δε�� ζήλεψα τα ξώφυλλα. Αυτό που ζήλεψα ήταν το ραδιόφωνο. Με πονούσε πάρα πολύ που δεν έπαιζα. Και ακόμα δεν έχω πει “τα κατάφερα”. Είμαι έτοιμος για τα πάντα. Και τα πάνω, και τα κάτω. Το μόνο που θέλω είναι όταν φύγω, να φύγω με το κεφάλι ψηλά».

Δείτε τον Πάνο Κιάμο σε μια από τις παλαιότερες live εμφανίσεις του...