Γιώργος Κιμούλης. Διαφορετικός, ανατρεπτικός, με απόψεις που πάντοτε σχολιάζονται από τους συναδέλφους του και όχι μόνο. Φέτος «ανεβάζει» τον Οθέλλο, με τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη και την Σμαράγδα Καρύδη. Ο «πυρετός» των προετοιμασιών ήταν πάντα κάτι που του άρεσε. Πόσο μάλλον εάν πρόκειται για μια τραγωδία του Σαίξπηρ. «Eίμαι απ’αυτούς που περνάνε καλύτερα πριν καν αρχίσουν οι πρόβες, όταν συνδιαλέγομαι με το κείμενο. Ξέρεις, όσο μεγαλώνει, ο καλλιτέχνης περνά από διάφορες φάσεις: Το πρώτο στάδιο είναι η κατάθλιψη, ακολουθεί η μανιοκατάθλιψη και κάποια στιγμή φτάνει στην κατατονία. Πρέπει, δε, να σου πω πως στον τόπο της κατατονίας γίνονται οι μεγάλες δημιουργίες. Τότε που νιώθεις πως δεν υπάρχει διαφυγή από πουθενά».

Με τις γυναίκες, αλήθεια, είναι σε πόλεμο; «Μα με τις γυναίκες, εάν δεν είσαι σε πόλεμο, δεν υπάρχει σχέση».

Η σπουδαίος πρωταγωνιστής, που πολλοί έχουν χαρακτηρίσει ως κορυφαίο, παραδέχεται πως δεν είναι λίγα εκείνα τα χαρακτηριστικά του που έχουν αλλάξει ή προσαρμοστεί στην ηλικία του, αλλά και τις συνθήκες της εκάστοτε εποχής. Μεγαλώνοντας, πολλά αλλάζουν άλλωστε και σε προσωπικό και σε επαγγελματικό επίπεδο. «Ο μεγαλύτερος, ο πραγματικός εχθρός, είναι η συναισθηματική κόπωση. Αλλά αυτό δεν είναι κάτι που μπορείς να το προγραμματίσεις ή να το διαχειρισθείς. Συμβαίνει. Μικρότερος, το πεδίο της μάχης το εγκατέλειπα δύσκολα. Μεγαλώνοντας το εγκαταλείπω πιο εύκολα. Νομίζω πως αυτό είναι μάλλον απόρροια μιας αίσθησης θανάτου, τέλους. Θέλω να πηγαίνω στο παρακάτω, που μπορεί να είναι πιο έτοιμο να με δεξιωθεί ή να είμαι πιο πρόθυμος να το δεξιωθώ εγώ».

Εχει συνειδητοποιήσει απόλυτα τις δυσκολίες που περνά η χώρα. Τους Αγανακτισμένους, τα οικονομικά προβλήματα, την αιτία που όλο και περισσότερος κόσμος θέλει να βγει και να φωνάξει. Μιλά όμως και για τον εαυτό του. Απαντά αρνητικά στο εάν θα χαρακτήριζε τον εαυτό του καλό σύντροφο, ενώ αποκαλύπτει εάν υπήρξε καλός ή κακός πατέρας. «Δεν ξέρω τί σημαίνει κακός πατέρας. Λέω ψέματα, ξέρω. Αλλά δεν με αφορά καθόλου».

Γιατί δεν κάνει τηλεόραση; «Εχω κάνει πολλή τηλεόραση, αλλά δεν μ’ αρέσει η τηλεόραση. Η τηλεόραση, ο κινηματογράφος, χρόνο με το χρόνο, όλο και πιο πολύ παριστάνουν ότι είναι κάτι άλλο απ’ αυτό που είναι. Και όταν πάω σε ένα γύρισμα και βλέπω φαντασιώσεις και συμπεριφορές ότι π.χ. εδώ γίνεται κάτι που θα μπορούσε να γίνεται και στο Χόλιγουντ, ε δεν μπορώ. Γελάω…»

Δεν κρύβει τέλος την επιθυμία του να αρέσει στο κοινό. «Όπως όλοι οι άνθρωποι, θέλω να δημιουργώ συναισθήματα. Θέλω και να με αγαπούν, θέλω και να με λυπούνται , όμως δεν θα πέσω ποτέ στην λούμπα του να μην θέλω να με μισούν. Το θεωρώ αφύσικο. Γενικά όμως δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην θέλει να αρέσει, ασχέτως του αν έχει αποδεχθεί ή όχι μια σειρά από ήττες».

(Πηγή: Down Town)