Φέτος μπορούμε να απολαύσουμε τον Γ. Κιμούλη, μαζί με τον Κ. Μαρκουλάκη και τη Σ. Καρύδη στον «Οθέλλο» του Σαίξπηρ. Έναν ήρωα που όπως λέει ο κ. Κιμούλης σε συνέντευξή του στο ένθετο του Έθνους της Κυριακής, Radar, «που τον συγκινεί η αγωνία του να διατυπώσει το ερώτημα αν μπορεί ο άνθρωπος να αποσυνδέσει την επιθυμία του από την κατοχή και την κατάκτηση αυτού που επιθυμεί, αφού εκ προοιμίου ο άνθρωπος είναι μια επιθυμητική μηχανή».

Άραγε ο ίδιος έχει πετύχει αυτή την αποσύνδεση;

«Όχι», απαντά, «Το παλεύω, αλλά δεν το έχω πετύχει ακόμα».

Ο Γ. Κιμούλης διαψεύδει όσους τον θεωρούν «ακραίο», όμως ξεκαθαρίζει ότι δεν θα σταματήσει ποτέ να βρίσκεται σε… εμπόλεμη κατάσταση.

«Πολλοί με κατηγορούν για ακραίο γιατί πολλές φορές θεωρούν μια πασιφιστική συμπεριφορά του ανθρώπου που ουσιαστικά δεν κρύβει τίποτε άλλο από ένα βόλεμα, ως πιο εύκολη, ενώ αν κάποιος, όπως εγώ, πιστεύει στην εμπόλεμο διαδικασία και στο «πατήρ πάντων πόλεμος», κατηγορείται. Όμως δια της σύγκρουσης φτιάχνεται η ενότητα», τονίζει.

Φοβήθηκε όμως ποτέ ότι αυτή η σύγκρουση θα φέρει την οριστική ρήξη;

Ο Γ. Κιμούλης είναι αποστομωτικός: «Τον φόβο της καταστροφής δεν τον είχα ποτέ».

Όσο για το αν είναι ή όχι καλός ηθοποιός, επιμένει σε παλιότερη δήλωσή του που χαρακτήριζε τον εαυτό του «μέτριο».

«Δεν μπορώ να με κρίνω αν είμαι καλός ή όχι, είναι αντιαισθητικό. Το να πω όμως ότι μπορεί να ήθελα να είμαι ένας ηθοποιός που δεν κατόρθωσα να γίνω, έχω το δικαίωμα γιατί εγώ ξέρω ποιος ήταν ο πήχης μου που ποτέ δεν ξεπέρασα».

Πάντως τηλεόραση δε θα ήθελε να ξανακάνει.

«Πιστεύω ότι η τηλεόραση έκλεισε το βλέμμα του ανθρώπου, απέτησε ένα άλλο τρίτο μάτι, αυτό του καντράν, ξεχνώντας ότι ένα πλάνο την ίδια στιγμή που δείχνει κάτι, αποκλείει αυτά που υπάρχουν δεξιά και αριστερά. Και μια τηλεοπτική σειρά λοιπόν είναι μέρος αυτού του συστήματος. Η τηλεόραση, όπως και τα σήριαλ είναι ο βασικός τόπος του αναλώσιμου», τονίζει.