​Θυμάμαι να είμαι μικρό παιδάκι και να σιγοτραγουδάω «Μου θυμίζεις τη μάνα μου γι’ αυτό σε αγαπάω…». Το τραγούδι αυτό έπαιζε τόσο στα ραδιόφωνο τότε, που μόνο όποιος (ήταν τόσο μικρός που) δεν μπορούσε καν να μιλήσει, δεν το ήξερε απ’ έξω και ανακατωτά.
Τα χρόνια πέρασαν, 20 συγκεκριμένα, και ξαφνικά βρέθηκα στο καμαρίνι απέναντι από τον δημιουργό αυτής της επιτυχίας που σημάδεψε μουσικά μια ολόκληρη εποχή.
Ο λόγος για τον Χρήστο Κυριαζή, ο οποίος μίλησε αποκλειστικά στο star.gr για το ηχηρό comeback του στην αθηναϊκή νύχτα, μαζί με τους Onirama και τους Stereo Soul στην πίστα του νυχτερινού κέντρου Anodos.
«Ποτέ δεν πρέπει να λες ποτέ τελικά! Έλεγα ότι δεν θα ξανατραγουδήσω, αλλά ήρθε η στιγμή να τραγουδήσω! Είχα βαρεθεί τότε τη δημοσιότητα που είχε έρθει απότομα, είχα κουραστεί πολύ, δεν μου άρεσε το ξενύχτι. Τότε τραγουδάμε κάθε βράδυ, ήταν για μένα βασανιστικό» και οι Onirama ήταν αυτοί που τον «τράβηξαν» πίσω στις πίστες: «ο Θοδωρής Μαραντίνης μου έκανε την πρόταση και συμφώνησα. Τα παιδιά είναι μια χαρά! Παίζουν πιο ροκ τα κομμάτια μου και μου αρέσει αυτό. Θέλουμε να δώσουμε χαρά και κέφι στον κόσμο».
untitled.jpg

Λαϊκός εκείνος, ποπ οι Onirama. Είναι τελικά τόσο «ανορθόδοξο» αυτό το μουσικό πάντρεμα που θα παρουσιάσουν το φετινό χειμώνα; «Όλα τα τραγούδια είναι λαϊκά. Είναι του λαού! Οι ετικέτες είναι μόνο για να ξεχωρίζουν τον ήχο. Όλα όμως έχουν λαική βάση γιατί απευθύνονται στον κόσμο. Έτσι όπως θα παίζουμε τα κομμάτια θα τα έλεγα ροκ, άσχετα αν θα υποβόσκει και ένα.. μπουζούκι. Ετοιμάζουμε ωραία πράγματα με τα παιδιά».
Η αγάπη του για την κιθάρα είναι γνωστή και μέσα στο καμαρίνι του έχει όχι μία, ούτε δύο, αλλά τρεις. Ωστόσο, καμία από αυτές δεν είναι η πρώτη που έπιασε στα χέρια του. «Αυτή την έχω στο δωμάτιό μου, δίπλα στο κρεβάτι μου. Την πήρα 17 χρονών, θυμάμαι, από έναν Αμερικάνο ναύτη στο Πασαλιμάνι.
Είναι η πρώτη μου γυναίκα, το πρώτο μου κορίτσι!», λέει και συνεχίζει: «Το όργανο είναι πολύ μεγάλη υπόθεση για αυτόν που γράφει τραγούδια. Έχω λόξα με τις κιθάρες. Κάθε χρόνο παίρνω και από μια. Αλλά δεν είμαι μόνο για να παίξω, είναι και για να τις βλέπω. Μου αρέσουν. Είναι γυναίκα η κιθάρα, έχει καμπύλες. Αλλά σαν την πρώτη δεν είναι καμία».
Για να γράψει κομμάτια δεν χρειάζεται πάντα κιθάρα, αν και «έχω και μέσα στο αυτοκίνητο μία. Με νοιάζει να βγάλω αυτό που έχω μέσα μου, να γίνει στίχος και μετά παίρνοντας την κιθάρα βγαίνει μόνο του… αρκεί να έχω τον στίχο. Βγαίνει τόσο γρήγορα σα να το ήξερα, δεν μπορώ να το εξηγήσω».
ολ.jpg
Σε αυτά τα 20 χρόνια που τον είχαμε χάσει, έγραφε κομμάτια ο Χρήστος Κυριαζής; «Σε αυτά τα 20 χρόνια, τα 5 πρώτα δεν έγραφα τίποτα, ούτε πήγαινα στο στούντιο, έκανα βόλτες μόνο και έλεγα γιατί δε γράφω. Περνάγαν τα χρόνια και έγραφα κάποια πράγματα που δεν μου αρέσαν. Μετά την πενταετία, άρχισε κάτι να ξυπνάει και μετά ήρθαν τραγούδια…», σημειώνοντας ότι μέσα στα τραγούδια του αποτυπώνεται η ζωή του: «Ό,τι μου συμβαίνει γράφω. Μου ζητούσαν να γράψω κομμάτια και δεν μπορούσα. Αν δεν νιώσω κάτι δικό μου, δεν το έχω να γράψω».
Πιο συγκεκριμένα, αυτή τη χρονική περίοδο, αντλεί έμπνευση και από τις κόρες του! «Βλέπω τα παιδιά μου τι κάνουν! Ειδικά τις κόρες μου! Είναι πιο ευαίσθητες οι γυναίκες. Βλέπω αυτό το παιχνίδι το ερωτικό με το φίλο τους και από εκεί εμπνέομαι. Αυτή η αγωνία να τον πάρει τηλέφωνο, που είναι αφηρημένες όταν τους μιλάς. Όλα αυτά μου βγάζουν εικόνες».
Η συζήτηση κυλούσε πολύ όμορφα και ένιωσα τόσο άνετα που του περιέγραψα κι εγώ τις εικόνες που έχω με μια από τις μεγαλύτερές του επιτυχίες, το «Μου θυμίζεις τη μάνα μου».
«Είναι ένα παράξενο τραγούδι, αν ακούσεις το στίχο, βλέπεις ότι στο κουπλέ συμβαίνει κάτι, κάτι δεν πάει καλά. Και στο ρεφραίν μπαίνει σε άλλη σκέψη, γιατί; Γιατί η μάνα είναι αυτή που αγαπάει χωρίς να περιμένει τίποτα. Η γυναίκα η ερωτευμένη θέλει τα πάντα! Και έτσι πρέπει να είναι, δε γίνεται αλλιώς. Αλλά όταν συναντήσεις μια γυναίκα που σου θυμίζει τη μάνα σου όσον αφορά στην αγάπη της, λες ότι κάτι άλλο γίνεται εκεί» και συνεχίζει εξιστορώντας τι ήταν εκείνο που τον έκανε να γράψει αυτό το κομμάτι: «Τότε ήμουν με ένα πρόσωπο και δεν ήξερα τι να κάνω, αν θα παντρευτώ, αν δεν θα παντρευτώ, ήταν σοβαρή υπόθεση.
Και η μάνα μου έπιασε μια λεπτομέρεια, την οποία μου είπε, χωρίς να μου κάνει υπόδειξη για το τι να κάνω. Μου είπε ‘εγώ λέω αυτό, εσύ κάνε ό,τι θες’. Και τελικά μου είπε μια κουβέντα που με έσωσε. Θα είχα παντρευτεί πάλι, θα είχα χωρίσει πάλι… Αυτό το πράγμα, όμως, μόνο κάποιος που σε νοιάζεται πολύ και σε αγαπάει μπορεί να στο πει, να σου ανοίξει το δρόμο, χωρίς να σε βάλει με προσταγή να το κάνεις. Να στο φέρει έτσι ώστε να το καταλάβεις, γιατί κι εγώ τότε αντιδρούσα. Όταν περνάει ο καιρός τελικά, λες κοίτα να δεις…».
Συνέντευξη στην Κάσσι Φιλιππιτζή
Email: k.filippitzi@gmail.com