Μια από τις πιο ειλικρινείς, συγκλονιστικές και ανατριχιαστικές συνεντεύξεις της έδωσε η Τάνια Τσανακλίδου στην Lifo και στον Αντώνη Μποσκοΐτη.

Η 63χρονη σήμερα ερμηνεύτρια, μίλησε για τον έρωτα, για τον θάνατο, για τον λόγο που άφησε άσπρα τα μαλλιά της, για την σχέση της με τον Άλκη Κούρκουλο, αλλά και για την πρώτη κρίση ηλικίας που έπαθε στα 40, όταν συνειδητοποίησε πως είχε… «κρεμάσει» η μούρη της όπως είπε.

Εξηγώντας τι την ώθησε να κάνει την τεράστια αλλαγή στα μαλλιά της, αφήνοντας τα να ασπρίσουν, η Τάνια Τσανακλίδου είπε:

«Έχει να κάνει με τη συμφιλίωση με τον χρόνο και το γήρας, γιατί ο χρόνος φέρνει το γήρας και φέρνει και τον θάνατο. Αισθάνθηκα ότι μπήκα σε μια ηλικία που έληξαν τα ψέματα ότι όλα αυτά δεν υπήρχαν στη ζωή μου – ήταν κάτι που με πλήγωνε και τραυμάτιζε την ψυχή μου».

100615221407_7518.jpg
Όπως αποκάλυψε, από τα 16 μέχρι τα 40 της, «πάλευε» με την ιδέα του θανάτου, με αποκορύφωμα την στιγμή που «πάτησε» την τέταρτη δεκαετία της ζωής της, οπότε και έπαθε σοβαρή κρίση ηλικίας:

«Μέχρι τότε έλεγα μεγαλοστομίες. Στα 40 μου, που λες, που ήμουν και κουκλάρα, μου φέρνουν τα ανίψια μου μια τούρτα στα γενέθλιά μου. Είπα τότε ότι θα σβήσω 40 κεράκια, γιατί ήταν μια σημαντική επέτειος στη ζωή μου. Σημειωτέον, επειδή τα γενέθλιά μου έπεφταν πάντα σχεδόν μες στη Μεγάλη Εβδομάδα, σπάνια τα γιορτάζαμε στο σπίτι μου. Την ώρα, λοιπόν, που σκύβω να σβήσω τα κεράκια, κοιτιέμαι στον καθρέφτη και βλέπω μια μούρη κρεμασμένη... Μια εικόνα του εαυτού μου που δεν την ήξερα. Παθαίνω σοκ. Σοκ! Δεν έβλεπα την ώρα να φύγουν όλοι και μόλις έφυγαν, πατάω ένα κλάμα! Μπήκα στην πρώτη κρίση ηλικίας στα 40 μου, μολονότι ήμουν ακόμα και όμορφη και δημιουργική! Έκανε πάρα πολύ καιρό να μου περάσει η κρίση αυτή. Την ίδια περίοδο είχα και σχέση με τον Άλκη Κούρκουλο, έναν πολύ νεότερό μου άνδρα, κι αισθάνθηκα πραγματικά πολύ άσχημα!»

0483_TANIA_TSANAKLIDOY_792009.jpg
Μάλιστα δεν κρύβει πως είχε μια τάση στους νεότερους άνδρες:

«Γενικώς, δεν μπορώ να είμαι με άντρες συνομήλικούς μου. Ειδικά από μια ηλικία και μετά μου άρεσαν μόνο νεότεροί μου άνδρες».

Χωρίς να μασήσει τα λόγια της ωστόσο, λέει πως την περίοδο που είχε σχέση με τον Άλκη Κούρκουλο, ντρεπόταν γι΄αυτή:

«Από τα 35 μου μέχρι τα 40, όσο κράτησε η σχέση μου με τον Άλκη, τεσσεράμισι χρόνια περίπου. Ντράπηκα που είχα σχέση με έναν άνδρα, ένα αγόρι, την ίδια ώρα που έβλεπα να 'χουν κρεμάσει τα μούτρα μου».

0637_TANIA_TSANAKLIDOY_16102007.jpg

Αυτή της η ανησυχία όμως «βασάνιζε» και τον τότε σύντροφό της;

«Όλα μόνο μέσα στο δικό μας κεφάλι υπάρχουν, και τα καλά και τα κακά. Δεν πα' να μας λεν οι άλλοι... Χωρίζω με τον Άλκη και παίρνω τα πρώτα μου κιλά. Τότε μπήκα σε μια ακόμη βασανιστική διαδικασία, να μη μου αρέσει πια η δουλειά μου. Δεν μπορούσα να τραγουδάω και οι άλλοι να τρώνε ή να πετάνε λουλούδια κι έψαχνα τρόπο να εντάξω χαρούμενα τραγούδια στα προγράμματά μου. Ξέρετε, εμένα δεν μου αρέσουν καθόλου τα χαρούμενα τραγούδια. Άμα δεν είναι μινόρε, λέω: "Α, δεν μου αρέσει". Ακούω ματζόρε και φεύγω! Ειρωνεία: Το "Γερνάω, μαμά" είναι ματζόρε! Εκεί ήρθε μια στροφή στην καριέρα μου, με τεράστιο οικονομικό κόστος(…)Δεν μου αρέσουν, μάνα μου, οι μεγαλύτεροι άνδρες ή οι συνομήλικοί μου, ούτε να γυρίσω να τους κοιτάξω. Κι εσύ έλα πες μου τώρα τι μπορεί να θέλει ένα νέο παιδί με μια γριέτζω, ρε γαμώτο; Ο έρωτας μπορεί να σε γελοιοποιήσει κι εγώ ανήκω στους ανθρώπους που λένε: "Ναι, ας γίνω χάλια από έναν έρωτα, ρεζίλι, όλα να τα πάθω"... Αυτή όμως η εμμονική αυτογελοιοποίηση, το να ζεις σαν ένας γελοίος άνθρωπος, είναι κάτι που με πληγώνει βαθιά» απαντά.

Γυρίζοντας τον χρόνο πίσω, θυμάται την περίοδο που ερωτεύτηκε έναν άνδρα (και εκείνος νεότερος της αλλά όχι τόσο όσο ο Άλκης Κού��κουλος), στήνοντας όλα της τα μουσικά προγράμματα για εκείνον:

«Στο καπάκι ερωτεύομαι έναν τύπο... Εδώ πρέπει να πω ότι όλα τα προγράμματά μου τα έστηνα για έναν πολύ συγκεκριμένο άνθρωπο, για να 'ρθει και να μ' ακούσει αυτός! Ήταν σαν να του έγραφα επιστολή με τα τραγούδια που επέλεγα. Ερχόταν- δεν ερχόταν, εγώ γι' αυτόν τραγουδούσα. Τον πιάνω και του λέω: “Ξέρεις, εγώ σε ερωτεύθηκα”. Μου απαντάει: “Θα τρελαθώ!”».

0214_TANIA_TSANAKLIDOY_24062011.jpg
Μάλιστα δεν κρύβει πως εκείνος δεν ενέδωσε στον έρωτά της:

«Ο άνθρωπος δεν με ερωτεύθηκε, τι να κάνουμε τώρα; Μου είχε, όμως, και μου έχει σεβασμό και είμαστε ακόμα φίλοι. Τι να κάνουμε, ρε παιδάκι μου, δεν έτυχε να με ερωτευθεί, ατυχήσαμε (γέλια)».

Στη συνέχεια, παραδέχεται πως έζησε την ζωή της «στο κόκκινο», αποζητώντας τον έρωτα:

«Ποτέ δεν την ήθελα τη συντροφικότητα, αφού ήμουν παθιασμένη με τον έρωτα. Από την ώρα που ξυπνάω μέχρι την ώρα που κοιμάμαι σκέφτομαι αυτόν και μόνο αυτόν κάθε φορά, τίποτε άλλο. Δεν σκέφτομαι τίποτε άλλο, δεν με απασχολεί τίποτε άλλο! Ζω σε έναν πυρετό, έχω πυρετό, πώς το λένε;»

Πόσο καιρό όμως κάνει να ξεπεράσει μια απόρριψη;

«Καμιά φορά και δέκα χρόνια…» απαντά.

Σε αυτά τα δέκα χρόνια όμως δεν «παίζει» τίποτα άλλο;

«Ναι, όταν ήμουν νέα. Μετά τα 50, έκλεισα... Απέσυρα τον εαυτό μου από τον έρωτα, είπα “κ��ριτσάκι μου, δεν περνάει πια η μπογιά σου”. Τελείωσα οριστικά με τον έρωτα εγώ τώρα, το λέω και συγκινούμαι. Ήταν πολύ σκληρό αυτό που είπα στον εαυτό μου, αλλά έπρεπε να το κάνω».

100615221403_3992.jpg

Πώς έζησε όμως την «απόσυρση» της από τον έρωτα;

«Είμαι περήφανος άνθρωπος, πολύ περήφανος! Αν μου λέγατε ποιο θεωρώ ελάττωμα ή προτέρημα πάνω μου, θα έλεγα την περηφάνια. Το είχα από παιδί αυτό και το 'χω ακόμη. Πήρα σκληρές αποφάσεις στη ζωή μου εξαιτίας αυτής της περηφάνιας. Και η απόσυρσή μου από τον έρωτα άλλαξε ολόκληρη την κοσμοθεωρία μου. Άρχισα να ξυπνάω πρωί, να μην πηγαίνω πουθενά τα βράδια, να προτιμώ να ζω στο χωρι��, να περνάει απ' το μυαλό μου μέχρι και ότι θα προτιμούσα να είχα κάνει μια συμβατική ζωή».

Πως ορίζει τον έρωτα και την αγάπη;

«Η αγάπη έχει μια γαλήνη που δεν την έχει ο έρωτας. Εδώ μπαίνει και η μοναχικότητα που μου αρέσει πολύ και στην αρχή τη θεωρούσα μια αυτάρεσκη κατάσταση. Είναι υγεία η μοναχικότητα! Πάντα, όταν ερωτευόμουν, αποζητούσα το άπαν ενός άνδρα, τις ώρες του που έλειπε! Ήθελα να 'μαι μες στο τσεπάκι του και να με μεταφέρει παντού. Παρ' όλα αυτά, κάθε πρωί που σηκώνομαι χρειάζομαι ένα δίωρο μοναξιάς, ησυχίας και σιωπής μέχρι ν' αρχίσω να λειτουργώ. Να κάτσω μόνη μου, να πιω τον καφέ μου, να καπνίσω τα τσιγάρα μου και μετά να πω «καλημέρα». Ακόμη και τώρα, άμα δεν μένω μόνη μου τα πρωινά, κοντεύω να πάθω νευρικό κ��ονισμό».

Περιγράφοντας την σχέση που έχει με το σώμα της, λέει:

«Το σώμα και το Εγώ είναι η φυλακή μας και ταυτοχρόνως το όχημα για να ζήσουμε και να αντέξουμε. Το δικό μου σώμα το ταλαιπώρησα πολύ. Κάποια στιγμή είδα ότι δεν μπορούσα να περπατήσω, να ανέβω τα σκαλιά, να αναπνέω με ευκολία. Απέκτησα Χρόνια Αποφρακτική Πνευμον��πάθεια και είπα: “Γιατί να 'χω έναν πολύ κακό και οδυνηρό θάνατο; Να μην μπορώ να αυτοεξυπηρετηθώ, εγώ που ήμουν τόσο ανεξάρτητη; Να είμαι κατάκοιτη και να περιμένω απλώς να πεθάνω;”. Όχι, είπα, οφείλω να τιμήσω το σώμα μου για τις τόσες χαρές που μου 'χει δώσει. Παραπετώντας το σώμα, δεν φροντίζουμε και την ψυχή μας. Μέσα σε δυο μήνες ελάττωσα το τσιγάρο και αποκαταστάθηκαν οι λειτουργίες μου».

Mιλώντας για το γήρας, βρίσκει την ευκαιρία να ρίξει τα καρφιά της στον Πέτρο Κωστόπουλο, λέγοντας:

«Πετάξαμε τους γέρους από τα σπίτια μας, γεμίσανε οι οίκοι ευγηρίας, απ' τον φόβο μας μη γεράσουμε εμείς. Τα παιδιά μας μεγαλώσανε χωρίς παππού και γιαγιά. Τώρα με την κρίση, με την ανάγκη των συντάξεών τους, είναι καλό που τους ξαναπήραμε στα σπίτια μας. Μας βοηθάει να συμφιλιωθούμε με την ιδέα ότι κι εμείς θα γεράσουμε και θα πεθάνουμε, ότι, στην τελική, δεν είμαστε το κέντρο του κόσμου. Κάποτε, όταν έγινε ο πόλεμος στην πρώην Γιουγκοσλαβία, κάποιοι καλλιτέχνες πήγαμε εκεί και τραγουδήσαμε. Βγήκε ο Κωστόπουλος με το ΚΛΙΚ του κι έγραψε: «Η Φαραντούρη είναι βαρετή και δεν μπορώ να την ακούω πια» ή «Η Τσανακλίδου γέρασε και τι θέλει τώρα»... Σκέφτηκα, κατηγορούν έναν άνθρωπο γιατί; Για το αυτονόητο, που γερνάει; Και μετά, εσύ, ρε μαλάκα, δεν θα γεράσεις δηλαδή; Κοίταξε, τελικά, πόσο αυτοί οι άνθρωποι με τη νοοτροπία ΠΑΣΟΚ κατέστρεψαν μια ολόκληρη χώρα και τις ψυχές των ανθρώπων».

Σε άλλο σημείο της συνέντευξης της, ομολογεί πως ζηλεύει φρικτά και στα επαγγελματικά αλλά και στα προσωπικά:

«Ζηλεύω πάρα πολύ και με πάει και πίσω. Τουλάχιστον την ώρα που μου συμβαίνει, βγαίνω απ' τον εαυτό μου και λέω «Τανάκι, τώρα ζηλεύεις». Ένας από τους λόγους που επέλεξα να μην ερωτεύομαι πια είναι γιατί με βασάνιζε φρικτά η ζήλια. Και στα επαγγελματικά, όμως, ζηλεύω! Λέω «γιατί αυτός κι όχι εγώ;». Μετά το ξεπερνάω, αλλά η πρώτη αντίδραση είναι να ζηλέψω. Είναι ωρα��ο να το συνομολογούμε αυτό γιατί έτσι το ξεπερνάμε, ανακουφιζόμαστε. Ένα απ' τα καλά που έχω είναι ότι δεν είμαι τσιγκούνα σε τίποτα. Είναι δώρο να ανοίγεις την καρδιά σου στο καλό του άλλου, να είσαι γενναιόδωρος άνθρωπος».

Τέλος, περιγράφει και την προδοσία που ένιωσε στο παρελθόν από φίλους:

«Οι λίγοι φίλοι μου δεν έχουν καμία σχέση με το σινάφι. Εννοείται πως υπάρχουν άνθρωποι στο σινάφι που σέβομαι και εκτιμώ απεριόριστα. Θα πω κάτι τώρα, όμως, γιατί νομίζω ότι ήρθε η ώρα να το πω! Άκου, θα σου σηκωθεί η τρίχα... Έχω γενέθλια και τα γιορτάζω στο μαγαζί του αδερφού μου στα Εξάρχεια, το Μελρόουζ. Καλεσμένοι μου η Δήμητρα Γαλάνη, δυο-τρεις άλλοι άνθρωποι και μια γνωστή στιχουργός. Το προηγούμενο βράδυ, έχοντας χρόνια να βρεθούμε με τη στιχουργό, μιλάγαμε εδώ που κάθεσαι εσύ τώρα. Κι εγώ, Αντώνη, θέλω να μιλάω με έναν άλλον άνθρωπο, όπως μιλάω μαζί σου. Ανοίγω την ψυχή μου και ό,τι με απασχολεί, θα σου το πω. Έρχεται, λοιπόν, την επομένη στα γενέθλιά μου και μου φέρνει δώρο ένα βιβλίο, τη “Σιωπή”. Μέσα είχε κάτι στίχους της με ένα σημείωμα μπροστά που έγραφε: “Αυτό το τραγούδι το εμπνεύστηκα απ' τη χθεσινή μας κουβέντα. Είναι το δώρο μου για τα γενέθλιά σου και κάν' το ό,τι θες. Σ' αγαπώ”, υπογραφή κ.λπ. Συγκινήθηκα τρομερά... Περνάνε λίγοι μήνες και βρισκόμαστε σε μια συναυλία στον Λυκαβηττό με τη Δήμητρα. Ήταν κι εκείνη η στιχουργός μπροστά. “Δημητρούλα”, της λέω, “έχω το τραγούδι των γενεθλίων μου. Δεν το παίρνεις να του βάλεις εσύ μουσική;”. Και πετάγεται η στιχουργός: “Α, δεν γίνεται... Το έδωσα στον Μητσιά”. “Τι έκανες;”, λέω, “έδωσες το τραγούδι των γενεθλίων μου;”. Απαντάει: “Ναι, το έδωσα στον Μητσιά για να το μελοποιήσει ο Θεοδωράκης”. “Σοβαρά; Το τραγούδι για το οποίο σε ενέπνευσε μια κουβέντα μας και που μου χαρίστηκε ως δώρο πας και το δίνεις αλλού; Ξέρεις πώς μου μοιάζει αυτό; Σαν να μου χάρισες ένα κρύσταλλο και μπήκες βράδυ σπίτι μου, την ώρα που κοιμόμουν, για να μου το κλέψεις και να το πας αλλού δώρο!”. Έχω βάλει τα κλάματα μπροστά σ' όλο τον κόσμο! Της λέω “σε λυπάμαι” και γυρνάω και φεύγω. Έκτοτε, αν τη δω, απλώς τη χαιρετάω, τίποτα περισσότερο. Οι πληγές μπορεί να είναι πληγές, αλλά φυσικά η ευγνωμοσύνη για τα τραγούδια που μου δώσανε κάποιοι άνθρωποι παραμένει αιώνια».