Ο Γιώργος Βογιατζής παραχώρησε μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης και αποκάλυψε τις δυσκολίες που συνάντησε μέχρι να καταφέρει να σταθεί στα πόδια του, αλλά και ποιοι έσπευσαν να τον βοηθήσουν.

Ο σπουδαίος Έλληνας ηθοποιός έκανε μια σύντομη αναδρομή στο παρελθόν και θυμήθηκε τη στιγμή που ρώτησε τον Σπύρο Φωκά αν ήταν καλή επιλογή να ταξιδέψει έως το Παρίσι.

«Μια μέρα ρώτησα τον Σπύρο Φωκά αν είναι καλή επιλογή το να πάω στο Παρίσι και μου είπε: "Έχεις πολύ δίκιο να θέλεις να πας στη Γαλλία, γιατί άσχημοι σαν και σένα έχουν πέραση εκεί". Ήταν ένα σοκ για μένα. Αργότερα, για να το ξεπεράσω, χρειάστηκε να «πάω» με τη μισή σχολή μου στο Παρίσι και να αποδείξω στον εαυτό μου ότι μετράω ως άντρας».

Ο Γιώργος Βογιατζής αναφέρθηκε και στην στιγμή που γνώρισε σπουδαίες προσωπικότητες της εποχής, όταν έπαιξε στον «Ζορμπά» του Μιχάλη Κακογιάννη. «Εκεί είδα για πρώτη φορά σταρ από κοντά. Τον Άντονυ Κουίν, την Ειρήνη Παππά και τον Μι­χάλη Κακογιάννη, που είχε μεγάλη φήμη ως σκηνοθέτης. Στα γυρίσματα έμαθα και το συρτάκι και μου χρησί­μευσε λίγο καιρό αργότερα. Πηγαίνο­ντας στο Παρίσι, το χόρεψα στο πλοίο για τη Βενετία και μου έδωσαν καμπίνα! Μετά πήρα το τρένο και έφτασα στο Παρίσι. Με 200 δολάρια στην τσέπη».

Κάθε αρχή και δύσκολη. Έτσι λοιπόν και ο πρωταγωνιστής δυσκολεύτηκε στα πρώτα του βήματα. Δεν δίστασε να αποκαλύψει πως για να βγάλει χρήματα έκανε διάφορες δουλειές, όπως και το ότι έπλενε πτώματα σε νεκροτομείο.

«Έζησα με μεγάλες δυσκολίες το όνειρό μου για τρία χρόνια. Στη σχολή δεν με πήραν αμέσως, γιατί έπρεπε να βελτιώσω τα γαλλικά μου. Νοίκιασα ένα δωμάτιο σε ξενοδοχείο, αλλά η τουαλέτα ήταν στον πέμπτο όροφο. Μετά η σχολή έκλεισε, γιατί ο Φρανσουά Μιτεράν πήρε τον κα­θηγητή μας για προσωπικό του δάσκαλο! Φωτογράφιζα μοντέλα στις παραλίες. Έπαιζα μπρα-ντε-φερ για το χαρτζιλίκι μου. Έπλενα πτώματα σε νεκροτομείο. Κοιμόμουν κρυφά σε ένα δωμάτιο για έξι μήνες και έφευγα στις 7.00 το πρωί για να μη με καταλάβουν. Συγκατοίκησα μ’ έναν τρελό ζωγράφο. Μετά με ένα σκηνοθέτη, αλλά έπειτα από πέντε μήνες μάς πέτα­ξαν μαζί με τα στρώματά μας στο δρόμο γιατί χρωστούσαμε ενοίκια. Αλλά έστησα και ένα θεατρικό με κομμάτια από το Αμέρικα Αμέρικα του Καζάν το οποίο έσκισε. Και με τα χρήματα που έβγαλα αγόρασα μια ένα αυτοκίνητο, στο οποίο έμενα για ένα εξάμηνο! Δεν μου ανανέω­να�� την άδεια παραμονής και αναγκά­στηκα να επιστρέψω. Πάλι με το τρένο. Φτάνοντας, όμως, στη Ρώμη, σταμάτησα στην Πιάτσα ντι Σπάνια και μαγεύτηκα. Έτσι αποφάσισα να μείνω εκεί. Έχοντας τρία ευρώ στην τσέπη».

Και πρόσθεσε: «Έκανα μαθήματα στην κόρη ενός ξε­νοδόχου, η οποία ήθελε να γίνει ηθο­ποιός. Βέβαια, ήταν «τεράστιο αγγούρι», αλλά έμεινα στο ξενοδοχείο τους για πέντε μήνες χωρίς να πληρώνω. Μετά, μέσω της ατζέντισσας της Ειρήνης Παππά, έκανα ένα διαφημιστικό για την αμερικανική καμπάνια της
Kodak και έβγαλα αρκετά χρήματα. Στη συνέχεια γύρισα δύο σπαγγέτι γουέστερν. Και από τη γυναίκα του Αλμπέρτο Μοράβια, την Ντά­σια, που χωρίς να με ξέρει με ρώτησε στο δρόμο αν με ενδιαφέρει το ηθοποιιλίκι, γνώρισα όλους τους σταρ της εποχής εκείνης στη Ρώμη. Έπαιξα στο The Adventurers και στο The Last Valley με τον Ομάρ Σαρίφ και τον Μάικλ Κέιν, ο οποίος μου έμαθε να παίζω πόκερ. Και του κέρδισα 10.000 λίρες σε μια παρτίδα! Παρ’ όλα αυτά, συνέχισε να μου μιλάει, αν και ήταν πολύ τσιγκού­νης. Θυμάμαι ότι μια φορά οδηγούσε μια μεγάλη από­σταση στη Μάλτα και όταν τον ρώτησα γιατί πάμε τόσο μακριά, μου είπε πως άκουσε ότι ήταν ένα μαγαζί που πωλούσε τις μπότες 20 δολάρια φθηνότερα».