​Ο Σάκης Μπουλάς ήταν ένας αιώνιος έφηβος, ένα μεγάλο παιδί που δεν φοβόταν να δείχνει την αγάπη και την δοτικότητά του όχι μόνο στους φίλους του, αλλά και σε όσους βρίσκονταν σε μεγάλη ανάγκη. Πίσω όμως από το πλατύ, ειλικρινές του χαμόγελο, ο Σάκης προσπαθούσε να κρύψει τους προσωπικούς του δαίμονες με τους οποίους έδινε σκληρή μάχη.

Για να τους τιθασεύσει έμενε κλεισμένος μέσα στο σπίτι του και κατανάλωνε τεράστιες ποσότητες αλκοόλ. Έπινε μέχρι να σωριαστεί, μέχρι να μουδιάσουν οι σκέψεις και οι αισθήσεις του και όταν συνερχόταν, πάντα, μα πάντα υποσχόταν ότι δεν θα το ξαναέβαζε αυτό το ρημάδι στο στόμα του.

Οι φίλοι του τον καταλάβαιναν και πάντα τον συγχωρούσαν… εκείνος όμως δεν συγχωρούσε τον εαυτό του.

«Ναι είμαι αυτοκαταστροφικός», έλεγε. «Τα βάζω με τον εαυτό μου. Για να καταρρεύσει κανείς μπορεί να το πάθει ή από αδυναμία ή από δύναμη. Στις περιπτώσεις αυτές όλη τη δύναμη που έχω μέσα μου τη στρέφω ενάντια στον εαυτό μου. Τα βάζω με άλλους, τα βάζω με μένα. Κι αυτό είναι πολύ επικίνδυνο γιατί είναι κάτι που ελέγχεται δύσκολα», παραδεχόταν.

Ο ίδιος περιέγραφε τον εαυτό του ως «χαοτικό» και «αυτοκαταστροφικό». Απόδειξη το γεγονός ότι ακόμα και μετά το τετραπλό bypass αρνιόταν πεισματικά να κόψει το τσιγάρο. Το σπίτι του πάλι ήταν ο καθρέφτης του χαοτικού του χαρακτήρα.

Τα πάντα βρίσκονταν σε πλήρη ακαταστασία, με την κυρία που του συγύριζε το σπίτι να… «τελεί και χρέη αρχαιολόγου», όπως έλεγε για να βρει τα πράγματα που έψαχνε εκείνος κάθε φορά.

Όμως ο Σάκης Μπουλάς πάνω από και πέρα από όλα αυτά ήταν ένας καλός άνθρωπος, μια γενναιόδωρη ψυχή, μια καρδιά μάλαμα.

Όταν η πρώην του γυναίκα αρρώστησε σοβαρά, της στάθηκε όσο κανένας άλλος και ξόδεψε μια περιουσία για να την βοηθήσει.

Κάποια στιγμή, ένας ηθοποιός του ζήτησε λίγα παλιά ρούχα για να τα δώσει σε ανθρώπους που είχαν ανάγκη. Ο Σάκης γέμιζε κάθε εβδομάδα βαλίτσες με ρούχα και παπούτσια για να τα δώσει σ’ αυτούς τους ανθρώπους. Και δεν ήταν παλιά, φθαρμένα ρούχα. Ο Σάκης γέμιζε βαλίτσες με ακριβά κοστούμια, κολλαριστά πουκάμισα, πανάκριβα παπούτσια γνωστών οίκων.

Όταν μάλιστα ο συγκεκριμένος ηθοποιός του είπε ότι δεν χρειάζεται να δίνει τόσο καλά πράγματα, εκείνος τον αποστόμωσε λέγοντάς του:

«Φτωχοί είναι οι άνθρωποι. Δεν είναι ηλίθιοι. Αν εσύ φορέσεις ένα κουρέλι δεν θα το καταλάβεις; Θα το καταλάβεις! Έτσι λοιπόν θα το καταλάβουν κι αυτοί κι εγώ δεν γουστάρω να κοροϊδεύω τον κόσμο. Σ’ αυτούς τους ανθρώπους θέλω να δώσω τα καλύτερα. Και θα τα δίνω όσο με παίρνει και μπορώ».

Η μεγάλη του αδυναμία ήταν τα νέα παιδιά, στα οποία πάντα πρόσφερε την βοήθειά του.

«Εσείς είστε καλύτεροι από εμάς. Εσείς μας διδάσκετε κι εσείς μας κάνετε καλύτερους καλλιτέχνες και ανθρώπους», τους έλεγε γι’ αυτό και οι νέοι τον λάτρευαν.