Για τις τελευταίες ώρες που έζησε με τον Νίκο Γιγουρτάκη, μίλησε ο αδελφικός του φίλος.

Ο Τόνυ Σαραντίδης, περιέγραψε το τελευταίο βράδυ του νεαρού επιχειρηματία με κάθε λεπτομέρεια, καθώς αυτή είναι η τελευταία ανάμνηση που έχει από τον κολλητό του.

Σοκαριστικές είναι οι τελευταίες λέξεις που αντάλλαξαν οι δυο τους. Τι είπαν, το περιγράφει αναλυτικά ο κολλητός του:

«Το τελευταίο βράδυ είχαμε δώσει ρ��ντεβού σ’ ένα μαγαζί που διατηρεί η οικογένεια του Νίκου στη Συγγρού. Κατεβήκαμε Κολωνάκι. Ήμουν εγώ, ο Νίκος και ο Γιάννης ο θεός, ένας τύπος με μακρύ μαλλί… τον αγαπούσε πολύ ο Νίκος και ο θεός αγαπούσε πολύ το Νίκο. Πριν πάμε στο κλαμπ στο Κολωνάκι, φάγαμε στο μαγαζί του και μιλούσαμε. Ξαφνικά τον βλέπω να πιάνει λίγο το στήθος του και μου λέει:

«Ρε γαμώτο, πάλι κάτι μ’ έχει πιάσει».

Τον ρωτάω:

«Τι σε έχει πιάσει;»

Μου απαντά:

«Νιώθω μια δύσπνοια, κοίταξε να δεις, πάνω που κανονίσαμε αύριο να φύγουμε για Θεσσαλονίκη». (το επόμενο πρωί θα φεύγαμε για Θεσσαλονίκη, είχαμε κανονίσει τα πάντα, ξενοδοχεία, κόσμο να μας περιμένει, μαγαζιά που θα πάμε, τα πάντα).

Συνεχίζει λέγοντας:

«Κοίταξε να δεις που πάλι τελευταία στιγμή γίνεται κάτι ρε π… , ξέρω ‘γω και δε θα πάμε».

Του λέω:

«Κάτσε ρε φίλε, τι αισθάνεσαι;»

Μου απαντά:

«Μια δύσπνοια, εντάξει μωρέ, είναι από αυτά που με πιάνουν κατά καιρούς».

Του λέω:

«Θες να πάρουμε κανένα γιατρό τηλέφωνο;» και μου λέει:

«Όχι, όχι μωρέ, εντάξει. Θα μου περάσει».

Μάλιστα ο κολλητός του, τονίζει πως πολλές φορές τον έπιανε δύσπνοια, «είτε επειδή κουράστηκε ή επειδή είχε φάει λίγο παραπάνω, ή τον έπιανε κανένα πιάσιμο στο στήθος από κάτι, όπως από τη γυμναστική, γιατί έκανε πολύ γυμναστική. Οπότ��, αυτό το πράγμα δεν ανησυχούσε τους τριγύρω του, γιατί ήταν τακτικό φαινόμενο, πολλά χρόνια πριν».

Στη συνέχεια, οι δυο τους πήγαν Κολωνάκι:

«Εκεί ήμουν εγώ, ο Νίκος, ο Γιάννης ο θεός και είχαμε μαζί μας κάποιες κοπέλες. Αράξαμε και αυτός γενικότερα είχε τη δύσπνοια. Μέσα στη μιάμιση ώρα που κάτσαμε στο μαγαζί, βγήκε 2-3 φορές έξω για να πάρει λίγο αέρα. Ένιωθε ότι κάτι τον ενοχλούσε, αλλά ως εκεί. Όταν τον ξαναρώτησα «τι έγινε», μου απαντούσε, «τίποτα, κάτσε να βγω, να πάρω λίγο αέρα». Δεν φαινόταν και τόσο σημαντικό ή να είχε φοβηθεί τόσο πολύ, ώστε να πρότεινε και ο ίδιος, «Πάμε να το δούμε».

Ο Νίκος Σαραντίδης, δεν θα ξεχάσει ποτέ από τον κολλητό του Νίκο Γιγουρτάκη, πως όταν έχασε τον πατέρα του όταν ήταν τριών ετών, «ο τρόπος που στάθηκε ο Νίκος σε όλο αυτό το συμβάν ήταν μοναδικός. Ο άνθρωπος πόνεσε και δεν υποκρίθηκε ούτε το δάκρυ του, ούτε τη στεναχώρια του, ούτε τη συμπαράστασή του. Δεν περίμενα ποτέ ότι κάποιος από όλους μου τους φίλους θα ήταν δίπλα μου, σε μια τόσο δύσκολη στιγμή. Ο Νίκος είχε μια πολύ ευαίσθητη πλευρά, την οποία είδα σε όλο της το μεγαλείο εκείνη τη στιγμή της ζωής. Ήταν πολύ κοντά μου, πολύ περιποιητικός, έκλαψε δίπλα μου, χωρίς να ξέρει ιδιαίτερα τον πατέρα μου, που είχε δει πέντε φορές στη ζωή του».

Και δεν ήταν μόνο έτσι με τους δικούς του ανθρώπους, αλλά και με τους άλλους, τους οποίους πάντοτε βοηθούσε και στήριζε:

«Ο Νίκος ήταν ένας άνθρωπος με πάρα πολύ ανεπτυγμένο ψυχικό ��όσμο, πάρα πολλή αγάπη για τον άνθρωπο που είχε δίπλα του. Πολλοί άνθρωποι που δεν ήταν κολλητοί του, όταν χρειάστηκαν τη βοήθεια του, την προσέφερε απλόχερα… Είτε γιατί μπορεί κάποιος να ήταν στεναχωρημένος από ένα χωρισμό, είτε γιατί κάποιος οικονομικά μπορεί να χρειαζόταν μια βοήθεια. Ο Νίκος ήταν εκεί γι’ αυτόν, ακόμα κι αν δεν ήταν από τους κοντινούς του ανθρώπους. Αυτό νομίζω είναι ένα κομμάτι του που δεν το ξέρει πολύς κόσμος και είναι σωστό να μαθευτεί, γιατί ο Νίκος δεν ήταν αυτό που φαίνονταν… πάρτι, πλάκα, ενδεχομένως και κάποιες «αλητείες», ήταν ένας άνθρωπος με ψυχικά χαρίσματα, με συμπόνια για τον συνάνθρωπο».