​Τις απειλές άρχισε πάλι ο Ερντογάν, ο οποίος «προειδοποίησε» την Ευρώπη, την Μέρκελ και το ΝΑΤΟ για κατάρρευση της συμφωνίας με τους πρόσφυγες.

Σε συνέντευξη που παραχώρησε στα γερμανικά ιδιωτικά τηλεοπτικά δίκτυα RTL και N-tv, όταν ρωτήθηκε αν αν ισχύει η απειλή του ότι, αν τον Οκτώβριο δεν απελευθερωθεί το καθεστώς της βίζας για τους Τούρκους, η συμφωνία με την Ε.Ε. για τους πρόσφυγες θα πάψει να ισχύει, επισήμανε ότι αυτή τη στιγμή η διαδικασία συνεχίζεται, αλλά διευκρίνισε ότι «εάν γίνει η απελευθέρωση, τότε θα κάνουμε ό,τι συμφωνήθηκε, αν όχι, τότε δεν θα εφαρμόσουμε κι εμείς την συμφωνία επανεισδοχής. Η συμφωνία προβλέπει ότι αυτά τα δύο θα γίνουν ταυτόχρονα. Μόνο εάν γίνουν ταυτόχρονα, θα συνεχίσουμε», τόνισε.

Παράλληλα, άσκησε σκληρή κριτική στην Άνγκελα Μέρκελ, λέγοντας ότι του τηλεφώνησε τρεις μέρες μετά τη απόπειρα πραξικοπήματος, προκειμένου να εκφράσει τη λύπη της, αλλά στάθηκε σε μια δήλωση της καγκελαρίου, την οποία χαρακτήρισε λυπηρή: («Σχετικά με τους ανθρώπους που θα απολυθούν, θα έπρεπε να γίνει έτσι ώστε να μην χρειάζεται να ανησυχούμε»).

«Η κυρία Μέρκελ θα έπρεπε να αφήσει σε μας το πώς εφαρμόζουμε το εσωτερικό μας δίκαιο. Δεν επρόκειτο για πράξη εκδίκησης», δήλωσε ο Ερντογάν και πέρασε στην αντεπίθεση, αναφερόμενος στην απαγόρευση προβολής βίντεο με μήνυμα κατά την συγκέντρωση των οπαδών του πριν από λίγες ημέρες στην Κολωνία:

«Τι είδους ανεξάρτητη δικαιοσύνη είναι αυτή; Μια ανεξάρτητη δικαιοσύνη πρέπει να αποφασίζει δίκαια (...) Δεν πιστεύω στην ��ερμανική δικαιοσύνη και δεν έχω υπό αυτή την έννοια κανέναν σεβασμό στην γερμανική δικαιοσύνη».

Όταν ρωτήθηκε για τις δηλώσεις του σχετικά με το ενδεχόμενο επαναφοράς της θανατικής ποινής, ο Τούρκος Πρόεδρος επικαλέστηκε τον θάνατο 240 ανθρώπων κατά την απόπειρα πραξικοπήματος και την λαϊκή βούληση που θεωρεί ότι εκφράζεται στη χώρα, λέγοντας:

«Μιλάμε για μια χώρα που έχασε 240 ζωές. Και σε αυτή τη μεγάλη δ��αδήλωση στην Κωνσταντινούπολη συμμετείχαν πέντε εκατομμύρια άνθρωποι και φώναζαν από κοινού ‘θανατική ποινή!'. Γιατί; Επειδή το έζησαν στο πετσί τους. Η Βουλή είναι ο θεσμός που θα αποφασίσει και εάν η Βουλή λάβει τέτοια απόφαση, τότε θα το επικυρώσω, διότι με πονάει που έχασα 240 πολίτες μου και τραυματίστηκαν πάνω από 2000 άνθρωποι».

Παράλληλα, επιτέθηκε και στην Ευρώπη λέγοντας:

«Η Ευρώπη θα έπρεπε να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Εάν το Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο είχε βομβαρδιστεί, θα υπήρχε ατμόσφαιρα όπου όλοι θα σιωπούσαν; Στην Τουρκία βομβαρδίστηκε ταυτόχρονα και το προεδρικό παλάτι. Θα υπήρχε στην Γερμανία σιωπή, αν βομβαρδιζόταν το προεδρικό ανάκτορο; Πρέπει να είμαστε ειλικρινείς, να μην έχουμε δύο μέτρα και δύο σταθμά. Θα επιθυμούσα σε μια απόπειρα πραξικοπήματος η Ευρώπη να σταθεί στο πλευρό της Τουρκίας, όπως έγινε π.χ. στην Γαλλία(…) Έχω καθήκον να πω την αλήθεια. Εδώ και 53 χρόνια η Ε.Ε. μας κρατάει σε απόσταση. Ρωτήσατε ποτέ γιατί η Ευρώπη εδώ και 53 χρόνια το κάνει αυτό;Εγώ έθεσα ευθέως το ερώτημα: Θέλετε να δεχτείτε την Τουρκία ή όχι; Εάν όχι, θα έπρεπε αυτό να ειπωθεί ανοιχτά. Και εκείνοι μας λένε ‘αν κάνετε αυτό, θα γίνει το άλλο' κλπ. Δείχνουμε υπομονή».

Τέλος, αναφερόμενος στο ταξίδι στην Ρωσία, είπε πως «ήταν πολύ σημαντικό για μας. Θέλαμε να επαναφέρουμε τη σχέση το γρηγορότερο δυνατό σε ένα καλό σημείο. Ξεκινάμε μια νέα φάση και θέλουμε να την ξεκινήσουμε στρατιωτικά, πολιτικά, οικονομικά, πολιτιστικά, στον τουρισμό και σε άλλους τομείς, με νέο ενθουσιασμό», δήλωσε ο Τούρκος πρόεδρος, αναφερόμενος στην δημιουργία Συμβουλίου Συνεργασίας που αποφάσισαν οι δύο πλευρές.

Ειδικά σε ό,τι αφορά την Συρία και τον αγώνα κατά του Ισλαμικού Κράτους, εξήγησε ότι με τον Βλαντιμίρ Πούτιν συμφώνησαν ότι ο πληθυσμός π.χ. στο Χαλέπι πρέπει να προστατευθεί και για αυτό θα υπάρξουν διάδρομοι από όπου θα μεταφερθεί η ανθρωπιστική βοήθεια, ενώ η Ρωσία θα αναλάβει να πείσει για αυτό το καθεστώς 'Ασαντ.