Απίστευτο «τρολάρισμα» και ειρωνικά σχόλια, κυριαρχούν στα άρθρα του ξένου Τύπου που αναφέρονται στον ένα χρόνο διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Le Figaro που σε άρθρο της που τιτλοφορείται «Τσίπρας: Ένας χρόνος μετά, η Ελλάδα ακόμα εκτός λειτουργίας», αναφέρει: «Μετά την εκλογή του στις 25 Ιανουαρίου ο πρωθυπουργός της ριζοσπαστικής αριστεράς δεν έχει κρατήσει τις υποσχέσεις του και το μέγεθος των μεταρρυθμίσεων παραμένει κολοσσιαίο».

Η γαλλική εφημερίδα εστιάζει στους εκατοντάδες αγρότες που έχουν μπλοκάρει τους δρόμους για περισσότερο από μια εβδομάδα και τις μεγάλες διαδηλώσεις γιατρών, φαρμακοποιών και δικηγόρων στους δρόμους της Αθήνας εναντ��ωμένοι στο ασφαλιστικό, ενώ τονίζει ότι στις 4 Φεβρουαρίου ετοιμάζεται η τρίτη γενική απεργία επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

«Ένα χρόνο μετά την άνοδό της στην εξουσία η κυβέρνηση Τσίπρα δεν έχει καμία διαφορά από τις προηγούμενες», συμπληρώνει.

fdbhsdhadh.jpg

Η δε Deutsche Welle αναφέρει ότι «Ο Τσίπρας είναι αντιμέτωπος με τη σκληρή πραγματικότητα».

Ο πολιτικός επιστήμονας, Λάζαρος Μηλιόπουλος, προχώρησε σε έναν πρώτο απολογισμό των πολιτικών πεπραγμένων του Αλέξη Τσίπρα με αφορμή τη συμπλήρωση ενός χρόνου διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Όπως είπε σε συνέντευξή του προς τη Deutsche Welle, ως μια «ανώριμη, άπειρη και ερασιτεχνική νέα πολιτική δύναμη» ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε το 2015 να κερδίσει την εύνοια των ψηφοφόρων.

Με ένα μείγμα κόπωσης εξαιτίας της πολιτικής λιτότητας που προηγήθηκε, αλλά και μιας πληγωμένης περηφάνιας, η πλειοψηφία του ελληνικού λαού εναπόθεσε τις ελπίδες του στην αριστερά, για να επέλθει όμως στο τέλος η οδυνηρή προσγείωση στην πραγματικότητα: «Μετά τον αρχικό αριστεροσοσιαλιστικό αλλά και λαϊκίστι��ο αριστερό ενθουσιασμό, ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε αντιμέτωπος με τη σκληρή πολιτικοοικονομική πραγματικότητα αλλά και με εσωκομματικές διαμάχες, ιδίως όταν γινόταν όλο και περισσότερο εμφανές ότι ο Τσίπρας είναι ένας πολιτικός που λειτουργεί με γνώμονα την πολιτική ισχύ, όπως έδειξε και η πολυετής θητεία του στην προεδρία του κόμματος. Αυτό είχε ως συνέπεια όχι απλώς να συνεχιστεί η πολιτική των μνημονίων μετά από μια εξάμηνη διακοπή, αλλά να εντατικοποιηθεί».


Είναι εφικτό ο Αλ. Τσίπρας να αντιστρέψει το κλίμα;

Με τον Κυριάκο Μητσοτάκη πλέον στην ηγεσία της ΝΔ, ο Αλέξης Τσίπρας έχει πλέον απέναντί του έναν επικίνδυνο αντίπαλο, σχολίαζαν πρόσφατα γερμανοί αναλυτές. Ποιά η γνώμη του πολιτικού επιστήμονα γι'αυτήν την εκτίμηση;

«Με την εκλογή του Μητσοτάκη στην προεδρία της ΝΔ αυξήθηκε όντως ο κίνδυνος για τον Τσίπρα. Η πιθανή αποδυνάμωσή του φαίνεται από τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, όπου τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ υποχωρούν ακόμη περισσότερο μετά την εκλογή Μητσοτάκη. Η εξέλιξη αυτή έχει βαθύτερα αίτια. Ως πολιτικός μιας ‘άφθαρτης’ πολιτικής γενιάς, κάτι που εν μέσω κρίσης έχει αποκτήσει μεγάλη συμβολική σημασία (…), ο Τσίπρας μπορούσε να διαφοροποιείται εύκολα από τον ανθυποψήφιο του Μητσοτάκη, Μεϊμαράκη. Επιπλέον (…) με τη νεοφιλελεύθερη πορεία του, ο Μητσοτάκης καταθέτει αναμφίβολα μια σαφή και ουσιαστική αντιπρόταση. Επίσης σε αντίθεση με τον Μεϊμαράκη, ο Μητσοτάκης ανήκει σ��η νεότερη πολιτική γενιά (…). Το ότι ο Μητσοτάκης ανήκει σε μια παλιά ελληνική πολιτική δυναστεία δεν μπορεί να αξιοποιηθεί πλέον από τον Τσίπρα, από τη στιγμή που η φήμη του ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα που ‘έχει καθαρό μέτωπο’ δέχθηκε ένα ισχυρό πλήγμα, με αφορμή τις αποκαλύψεις για φαινόμενα νεποτισμού στις τάξεις του», ανέφερε.


Παρελθόν η συζήτηση περί Grexit:

Όσον αφορά τη συζήτηση για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, ο πολιτικός επιστήμονας εκτιμά ότι θα υπάρξει πιθανότατα μια λύση που θα προβλέπει περαιτέρω παράταση του χρόνου αποπληρωμής των δανείων, μείωση ή και νέα περίοδο χάριτος για την καταβολή των τόκων και γενικότερα «λογιστικά τρικ». Σε περίπτωση όμως που μακροπρόθεσμα δεν επιτευχθούν οι στόχοι για την ανάπτυξη και τα πρωτογενή πλεονάσματα, «θα αναζωπυρωθεί και πάλι η συζήτηση για ένα ‘πραγματικό κούρεμα' έως και 50 δις ευρώ, όπως εκτιμά ο ίδιος.

Με δεδομένο ότι και το ερχόμενο διάστημα αναμένεται να κυριαρχήσει στην Ευρώπη το ζήτημα της προσφυγικής κρίσης, ο Λ. Μηλιόπουλος δεν θεωρεί ιδιαίτερα πιθανό να επανέλθει στο προσκήνιο η συζήτηση περί Grexit. «Ουσιαστικά τα πράγματα έχουν ως εξής: όσο περισσότερο προχωρά η Ελλάδα με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, όσο επανέρχεται η ανάπτυξη και επιτυγχάνονται πρωτογενή πλεονάσματα, τόσο πιο απίθανο είναι να επιστρέψει η συζήτηση περί Grexit».