​Ο Μπιλ Κλίντον δήλωσε ότι δεν έχει μετανιώσει που δέχτηκε δωρεές εκατομμυρίων από ξένες χώρες για τις ανάγκες του ιδρύματός του, παρότι οι δωρεές αυτές έχουν προκαλέσει «πονοκέφαλο» στη σύζυγό του Χίλαρι που επιδιώκει την εκλογή της στην προεδρία των ΗΠΑ.

Σε αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στην Σίνθια ΜακΦέιντεν του NBC και η οποία προβλήθηκε σήμερα, ο πρώην πρόεδρος είπε ότι το φιλανθρωπικό του ίδρυμα δεν έχει διαπράξει ποτέ κάτι «εις γνώσιν του ανάρμοστο» κι ότι δεν θεωρεί πως ο ίδιος έπραξε κάτι αντίθετο προς τα αμερικανικά συμφέροντα.

Μετά από πιέσεις, το ίδρυμα ανακοίνωσε πρόσφατα ότι θα δέχεται από εδώ και στ�� εξής δωρεές από έξι δυτικές κυβερνήσεις.

Ωστόσο, όπως είπε ο Κλίντον, αυτό δεν σημαίνει για παράδειγμα, ότι ήταν λάθος η προηγούμενη πολιτική με βάση την οποία η Σαουδική Αραβία δώρισε ποσό που κυμαίνεται από 10 ως 25 εκατομμύρια δολάρια.

«Σε καμία περίπτωση. Είναι απλά η αναγνώριση ότι, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής της εκστρατείας, θα τηρήσουμε όσο πιο πιστά μπορούμε τους κανονισμούς που τηρούσαμε όταν ήταν υπουργός Εξωτερικών», δήλωσε ο 42ος πρόεδρος των ΗΠΑ προσθέτοντας ότι είναι «υπερήφανος» για το έργο του ιδρύματός του.

Δεν είναι σαφές αν η απόφαση του ιδρύματος να μη δέχεται χρήματα από ξένες χώρες και η συμφωνία να ανανεώνεται συχνότερα η λίστα με τους δωρητές του, θα κλείσουν τα στόματα εκείνων που υπαινίσσονται ότι οι συνεισφορές προς το ίδρυμα από το εξωτερικό εξασφάλισαν, με το αζημίωτο, πρόσβαση στη γυναίκα που ενδεχομένως να είναι η επόμενη πρόεδρος των ΗΠΑ.

Ωστόσο, ο Μπιλ Κλίντον λέει ότι δεν ανησυχεί για την κριτική, την οποία χαρακτηρίζει «πολιτικά υποκινούμενη».

Επικαλέστηκε, μάλιστα, τη σύζυγό του, η οποία του είπε: «Κανένας δεν έχει ποτέ επιχειρήσει να με επηρεάσει βοηθώντας σε».

Όπως είπε ο ίδιος, έχει υπάρξει μία «εξαιρετικά συντονισμένη προσπάθεια υπονόμευσης του ιδρύματος» και αποκάλυψε ότι ενδεχομένως να παραιτηθεί από την ηγεσία του αν η σύζυγός του εκλεγεί στην προεδρία.

«Ενδεχομένως, αν καλούμην να κάνω κάτι προς το δημόσιο συμφέρον, το οποίο θα ήταν χρέος μου. Ή ενδεχομένως να αναλάβω έναν λιγότερο εκτελεστικό ρόλο».

Ένα πράγμα δεν πρόκειται, πάντως, να σταματήσει να κάνει: να εκφωνεί ακριβοπληρωμένες ομιλίες, παρότι παραδέχεται ότι σήμερα είναι πλούσιος όπως λέγεται, με προσωπική περιουσία δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων.

«Πρέπει να πληρώνω τους λογαριασμούς μας. Και πολλά από αυτά τα δίνω κάθε χρόνο στο ίδρυμα».

Οι αμοιβές του -500.000 δολάρια ή και περισσότερα για 11 ομιλίες όσο η σύζυγός του ήταν υπουργός Εξωτερικών- ήταν δικαιολογημένες, επέμεινε.

«Περνάω μερικές ώρες την ημέρα κάνοντας έρευνα. Στον κόσμο αρέσει να με ακούει».

«Κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τους ελέγχουμε. Κι έχω απορρίψει αρκετούς από αυτούς. Αν θεωρώ ότι κάτι δεν πάει καλά, δεν δέχομαι», λέει αναφερόμενος σε εκείνους που πληρώνουν για μία ομιλία του.

Λέει ακόμη ότι έχει απορρίψει δωρεές προς το ίδρυμά του, παρότι δεν αποκαλύπτει ποιοί ήταν οι υποψήφιοι δωρητές.

«Εφόσον τις απέρριψα, δεν χρειάζεται να το συζητήσω. Έχουμε περισσότερους από 300.000 δωρητές και το 90% από αυτούς έχει προσφέρει 100 δολάρια ή λιγότερα».