​Τα τελευταία πέντε χρόνια έχετε μετατρέψει το ελληνικό γιαούρτι σε μια μεγάλη επιχείρηση. Ονομάζεται Χαμντί Ουλουκάγια, είναι Tούρκος επιχειρηματίας, ιδρυτής της εταιρείας Τσομπάνι. Στην Νέα Υόρκη τον αποκαλούν τον «βασιλιά του ελληνικού γιαουρτιού».

«Ποτέ δεν πήγα σε κάποια οικονομική σχολή. Ποτέ δεν δούλεψα για κάποιον πριν, δεν είχα εμπειρία από επιχειρήσεις.» λέει ο ίδιος.

Η περιουσία του αγγίζει το 1 δις δολάρια. Πως την απέκτησε;

Η πρώην γυναίκα του μ�� την οποία βρίσκεται σε δικαστική διαμάχη, κατέθεσε ότι δωροδώκησε πρώην υπάλληλο της ελληνικής εταιρείας για να εξασφαλίσει την συνταγή του γιαουρτιού.

Σύμφωνα με την ίδια κατάθεση που δημοσιεύει το αμερικανικό ABC, το 1999 ταξίδεψε από τις Ηνωμένες Πολιτείες όπου έμενε, στην Ευρώπη, προκειμένου να συναντήσει έναν πρώην υπάλληλο της ελληνικής εταιρείας που του πούλησε την συνταγή.

Ποιό ήταν το τίμημα; 30 χιλιάδες ευρώ δηλαδή 41 χιλιάδες δολάρια.

Η ίδια διεκδικεί το 53% της εταιρείας Τσομπάνι αφού όπως ισχυρίζεται στην κατάθεση της από το 1997 έως το 2003 του έδωσε 500 χιλιάδες δολάρια για να δημιουργήσει την εταιρεία.


Όμως ο Τούρκος επιχειρηματίας ο οποίος πάτησε πάνω στην επιτυχία του ελληνικού γιαουρτιού, στην Μεγάλη Βρετανία έχασε την μάχη.

Το Ανώτατο Δικαστήριο του Λονδίνου απεφάνθη ότι η εταιρία δεν μπορεί να πλασάρει στην αγορά γιαούρτι με την ένδειξη ελληνικό, τη στιγμή που το προϊόν δεν παρασκευάζεται στην Ελλάδα.

Η κατάκτηση της βρετανικής αγοράς δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητη καθώς αποτιμάται σε 1,9 δις λίρες τον χρόνο. Ενώ η αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών μόνο για το ελληνικό γιαούρτι φτάνει τα 3 δισ δολάρια.

Μέσα σε μια πενταετία ο όγκος πωλήσεων της ελληνικής εταιρείας στις ΗΠΑ έχει υπερτετραπαλασιστεί.

Από 16.666 τόνους το 2009 διαμορφώθηκε στο τέλος του 2013 σε 69.254. Ενώ η γαλακτοβιομηχανία έχει ήδη επενδύσει στις ΗΠΑ περί τα 236,4 εκατ. δολάρια για να στηρίξει της ζήτηση.

Από τα στοιχεία αλλά και την δημοσιότητα που έχει πάρει θέμα γίνεται κατανοητό ότι το ελληνικό προϊόν έχει αναζωογονήσει μια ολόκληρη κατηγορία και έχει δώσει ώθηση σε πολυεθνικούς κολοσσούς να αλλάξουν την στρατηγική τους.