Είναι ένα αλμυρό υγρό, που αποτελεί μίγμα νερού, λίπους και βλέννας. Τα δάκρυα έχουν ως κύριο ρόλο να διατηρούν υγρά και καθαρά τα μάτια μας, αλλά έχουν τη δύναμη να εκφράζουν άριστα και τα συναισθήματά μας.

Υπεύθυνοι για την παραγωγή τους είναι μικροί αδένες που βρίσκονται στο πάνω βλέφαρο. Οι μικρότεροι από αυτούς παράγουν την λιγοστή ποσότητα δακρύων που απαιτείται για την ύγρανση των ματιών, ενώ ο κύριος δακρυϊκός αδένας που βρίσκεται στην εξωτερική γωνία του ματιού παράγει τα άφθονα δάκρυα του κλάματος.

Κάθε συστατικό των δακρύων επιτελεί διαφορετική λειτουργία. Έτσι, το νερό είναι απαραίτητο για την ύγρανση των ματιών, το λίπος έχει ως ρόλο να «σκεπάζει» το νερό και να το εμποδίζει να εξατμιστεί πολύ γρήγορα, ενώ η βλέννα βοηθεί το νερό να «κολλάει» στα μάτια, εξηγούν βρετανοί οφθαλμίατροι στην εφημερίδα «Daily Mail». Με αυτό τον τρόπο, δημιουργείται μία προστατευτική μεμβράνη (υμένιο) στα μάτια, που τα βοηθεί να διατηρούνται υγιή.

Ωστόσο, η ισορροπία αυτών των τριών συστατικών είναι ευαίσθητη και η έλλειψη της σωστής ποσότητας από ένα ή περισσότερα μπορεί να καταστήσει ασταθές το προστατευτικό υμένιο, κατά τον δρα Τζέφρι Ρόουζ, οφθαλμίατρο στο Νοσοκομείο Οφθαλμού Moorfields, στο Λονδίνο.

Ένα από τα συνηθέστερα επακόλουθα αυτής της αστάθειας, είναι η ξηροφθαλμία που μπορεί να οφείλεται στην ελλιπή παραγωγού νερού, λίπους ή βλέννας, εξαιτίας λ.χ. κάποιας μόλυνσης ή μορφώματος στα μάτια, ή ακόμα και συνδρόμου Sjogren’s (είναι ένα αυτοάνοσο νόσημα που επηρεάζει τους αδένες του σώματος).

Άλλες πιθανές αιτίες ξηροφθαλμίας είν��ι ο ξηρός αέρας στους κλειστούς χώρους (λόγω κεντρικής θέρμανσης ή κλιματιστικών), αλλά και το ότι συγκεντρωνόμαστε τόσο πολύ σε κάτι, ώστε δεν βλεφαρίζουμε, με συνέπεια το νερό των ματιών να εξατμίζεται πιο γρήγορα.

Υπολογίζεται ότι ένας στους δύο ανθρώπους παρουσιάζει κάποια στιγμή ξηρότητα στα μάτια, κατά τον δρα Χάρμαϊντερ Ντούα, καθηγητή Οφθαλμολογίας στο Ιατρικό Κέντρο Queen’s του Νότιγχαμ. Τα συμπτώματα της ξηρότητας συμπεριλαμβάνουν κοκκίνισμα, ερεθισμό και αίσθημα τσιμπημάτων ή καύσου στα μάτια.

Εάν δεν αντιμετωπισθεί η ξηροφθαλμία, υπάρχει κίνδυνος μόλυνσης, έλκους (πληγής) στον κερατοειδή χιτώνα του ματιού, διαταραχής της όρασης και «ρωγμών» στον κερατοειδή, κατά τον καθηγητή Μπέρναρντ Τσανγκ, από το Βασιλικό Κολέγιο Οφθαλμιάτρων (RCO). Σε ακραίες περιπτώσεις η ξηροφθαλμία πληγώνει το δέρμα γύρω από τα μάτια και μπορεί να δημιουργήσει ακόμα και ουλές.

Τρία είδη

Υπάρχουν τριών ειδών δάκρυα: τα συνεχόμενα (είναι αυτά που ενυδατώνουν τα μάτια), τα αντανακλαστικά (παράγονται σε αντίδραση σε ερεθιστικές ουσίες) και τα συναισθηματικά (παράγονται σε αντίδραση στα συναισθήματα). Τα συνεχόμενα παράγονται από τους μικρούς αδένες των βλεφάρων, ενώ τα αντανακλαστικά και τα συναισθηματικά από τον μεγάλο δακρυϊκό αδένα.

Αντανακλαστικά είναι τα δάκρυά μας όταν καθαρίζουμε κρεμμύδια, όταν είναι πολύ «δυνατό» το φως ή όταν μπαίνει μια βλεφαρίδα στο μάτι μας – και η παρουσία τους είναι υγιής αντίδραση, ενώ αντιθέτως η απώλεια αυτού του αντανακλαστικού συνήθως υποδηλώνει βλάβη στον δακρυϊκό αδένα, κατά τον καθηγητή Ντούα.

Τα συναισθηματικά δάκρυα πιστεύεται ότι παράγονται επειδή μας βοηθούν να χαλαρώνουμε, αλλά και για να περάσουν το μήνυμα στους άλλους ανθρώπους ότι χρειαζόμαστε βοήθεια, κατά τον δρα Αντ Βίνγκερχετς, καθηγητή στη Σχολή Κοινωνικών & Συμπεριφορικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Tilburg, στην Ολλανδία, ο οποίος είναι παγκοσμίου φήμης ερευνητής του στρες και των συναισθημάτων.

«Τα περισσότερα συναισθηματικά δάκρυα παράγονται όταν νιώθουμε απελπισμένοι», εξηγεί. Επειδή, δε, «ορμώνται από το συναίσθημα, κλαίνε περισσότερο όσοι μεγαλώνουν σε οικογένειες στις οποίες το κλάμα είναι συνηθισμένη αντίδραση».

Ανδρικά και... κροκοδείλια δάκρυα

Εντούτοις, υπάρχει κάτι που μπορεί να αναχαιτίσει τα συναισθηματικά δάκρυα: η τεστοστερόνη. Είναι η ορμόνη του ανδρικού φύλου και πιθανώς εξαιτίας της δυσκολεύονται τόσο πολύ οι άνδρες να κλάψουν, εκτιμά ο δρ Βίνγκερχετς. Την ίδια δυσκολία αντιμετωπίζουν και οι γυναίκες που αλλάζουν φύλο, ενώ αντιθέτως οι άνδρες που αλλάζουν φύλο ανακαλύπτουν ότι πλέον μπορούν να κλαίνε πολύ περισσότερο.

Μείωση στην παραγωγή των δακρύων παρατηρείται και στις γυναίκες που περνούν την κλιμακτήριο – πιθανώς διότι μειώνονται τα οιστρογόνα στον οργανισμό τους, κατά τον δρα Τσανγκ.

Γιατί, όμως, μερικοί άνθρωποι δακρύζουν όταν τρώνε; Αυτό είναι ένα σύνδρομο που αποκαλε��ται Bogorad’s αλλά είναι ευρύτερα γνωστό ως κροκοδείλια δάκρυα (οι κροκόδειλοι παράγουν δάκρυα όταν τρώνε την λεία τους). Το σύνδρομο Bogorad’s σχετίζεται με την παράλυση του επονομαζόμενου προσωπικού νεύρου (παράλυση τύπου Bell), που έχει ως συνέπεια αδυναμία ελέγχου των μυών του προσώπου στην προσβεβλημένη πλευρά του.

«Υγρά» μάτια και συνάχι

Πολύ πιο συνηθισμένα από τα κροκοδείλια δάκρυα, πάντως, είναι τα «υγρά» μάτια. Όπως εξηγεί ο δρ Τσανγκ, όταν τα μάτια δεν παράγουν αρκετά συνεχόμενα δάκρυα, ο δακρυϊκός αδένας παράγει περισσότερα αντανακλαστικά δάκρυα για να προστατεύσει τα μάτια από την ξηρότητα.

Μία άλλη αιτία για τα υγρά μάτια είναι η κακή παροχέτευση των δακρύων: τα δάκρυα, αφού κατανεμηθούν στην επιφάνεια του βολβού του ματιού, παροχετεύονται στη μύτη, μέσω ενός πολύπλοκου μηχανισμού. Εάν υπάρχει διαταραχή στην δομή αυτού του μηχανισμού, τα μάτια είναι συνεχώς υγρά. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και όταν υπάρχει «πτώση» του άνω βλεφάρου, τραυματισμός ή παράλυση τύπου Bell.

Ο μηχανισμός αυτός είναι και η αιτία για την οποία το κλάμα συνοδεύεται συχνά από συνάχι. «Όταν τα δάκρυα παροχετευτούν στη μύτη, διεγείρουν την παραγωγή βλέννας», εξηγεί ο δρ Τσανγκ. Το δε κοκκίνισμα των ματιών εξαιτίας του κλάματος οφείλεται στην αύξηση της παροχής αίματος στα μάτια.