Ένα άγριο έγκλημα αναβιώνει πάλι στις αίθουσες του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών.

Πριν πέντε χρόνια ένας 44χρονος άντρας είχε επιστρέψει σπίτι του μετά τη δουλειά του, έκατσε λίγο στον υπολογιστή και μετά πήγε για ύπνο. Τότε η σύζυγός του πήρε το όπλο του και τον πυροβόλησε σκοτώνοντάς τον.

Η γυναίκα είπε  στις αστυνομικές αρχές πως μπήκε στο σπίτι τους διαρρήκτης και πως τον πυροβόλησε.

Η αδερφή του θύματος, μιλώντας στο Star και την εκπομπή «Αλήθειες με τη Ζήνα» είπε πως θέλει να δικαιωθεί η μνήμη του αδερφού της.

«Άργησε αυτή η στιγμή αλλά ποτέ δεν είναι αργά. Είμαι σίγουρη πως αν και αργά ο Δημήτρης θα δικαιωθεί. Να’ ναι καλά η εισαγγελέας που επανάφερε στο προσκήνιο την υπόθεσή μας.  Ο αδερφός μου βρέθηκε νεκρός πριν από πέντε χρόνια μέσα στην ίδια του την κρεβατοκάμαρα. Τον σκότωσε με το όπλο του. Αυτό το μάθαμε πρόσφατα όταν ομολόγησε η κατηγορούμενη στην ΓΑΔΑ» είπε χαρακτηριστικά, ενώ αναφέρθηκε και στη σύζυγο του αδερφού της.

«Η κατηγορούμενη την οποία  τάισα, πότισα και κάλεσα στο σπίτι μου τα Χριστούγεννα, ήρθε αλλά ξέχασε να μου πει πως ομολόγησε το έγκλημα. Στις αρχές(σ.σ: στην αρχή του εγκλήματος) ήταν άλλος άνθρωπος. Όταν έχεις κάνει ένα έγκλημα και το έχεις ομολογήσει, δεν μπαίνεις στη λογική να περάσεις από το τρίτο νεκροταφείο, να περιποιηθείς το μνήμα του άντρα σου,  μετά να φύγεις από εκεί και να πας να στολίσεις το σπίτι για να ευχαριστηθούν τα παιδιά και να πας και να αγοράσεις δώρα για όλους για να είσαι εντάξει στις κοινωνικές υποχρεώσεις σου. Είχε τέτοια διάθεση η κυρία. Τα είχε τακτοποιήσει όλα και το μόνο που έμενε ήταν οι κοινωνικές υποχρεώσεις. Να πάρει πέντε τσάντες να έρθει σπίτι μας σαν Άγιος-Βασίλης και να μας παίξει ένα ακόμα θέατρο, να έρθει στο Ναύπλιο, να φάει και να πιει. Μόνο που ξέχασε να μας πει πως ομολόγησε πως σκότωσε τον αδερφό μου. Δεν μας το είπε ποτέ. Το παλικάρι μας κοιμότανε, όποιος ήθελε να μπει, θα έμπαινε και θα χρησιμοποιούσε δικό του όπλο δεν θα έπαιρνε του αδερφού μου».

Η ίδια συγκινείται όταν αναφέρεται στον αδερφό της.

«Ήταν ένα ευδιάθετο παιδί που ήθελε να τους κάνει όλους χαρούμενους. Δεν τον ένοιαζε να είναι αυτός καλά. Τους άλλους κοιτούσε. Της τον χαρίσαμε και μας τον επέστρεψε σε ένα κουτάκι 20 πόντους τα οστά του. Με θυμώνει το γεγονός πως παραμένει ελεύθερη με περιοριστικούς όρους. Με αυτή τη λογική να λειτουργούμε όλη έτσι, να παίρνουμε ένα όπλο να σκοτώνουμε, να λέμε ότι το κάναμε κατά λάθος και να πηγαίνουμε σπίτι μας. Η κυρία έπρεπε να πάρει διαζύγιο όχι να τον σκοτώσει. Είχα καταλάβει πως δεν τον ήθελα αλλά τώρα είναι αργά. Θα μπορούσε να ήταν δίπλα μας ο Δημήτρης, σε μένα, στα παιδιά του, στους γονείς του. Στέρησε τον μπαμπά των παιδιών της. Να δικαιωθεί η μνήμη του αδερφού μου και αυτή η γυναίκα να καταλήξει εκεί που της αξίζει. Να φύγει από το διαμέρισμα του αδερφού μου. Το οποίο δεν είναι άξια να πληρώσει και πληρώνεται από άλλους».