Με δυο αποφάσεις του, ο Άρειος Πάγος, ακολουθώντας προγενέστερη  απόφαση της Ολομέλειας του (έτους 2015), επανέλαβε ότι τα ποσά που επιδικάζονται ως αποζημίωση σε τροχαία ατυχήματα δεν πρέπει να είναι ούτε ευτελή ούτε υπέρμετρα. Συγκεκριμένα, το Δ΄  Τμήμα του Αρείου Πάγου, με αποφάσεις του, αναίρεσε αντίστοιχες εφετειακές αποφάσεις, την μεν πρώτη καθώς το ποσό της αποζημίωσης που είχε επιδικαστεί ήταν που μεγάλο και στην δεύτερη επειδή ήταν πολύ μικρό.

Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η κρίση του Εφετείου ως προς το ύψος της αποζημίωσης (χρηματικής ικανοποίησης) για ηθική βλάβη πρέπει να μην παραβιάζει την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, ούτε «να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου», αλλά και να μην παραβιάζει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

Αναλυτικότερα, οι αρεοπαγίτες αναφέρουν, μεταξύ άλλων, στις δύο αποφάσεις τους:

1. Η πρώτη περίπτωση (απόφαση 90 / 2017) αφορούσε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του γιού των προσφευγόντων γονέων  και του  αδελφού του. Αναλυτικότερα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, επιδικάστηκαν στους δύο γονείς από 60.000 ευρώ και στον αδελφό 30.000 ευρώ. 

Ο γιός και αδελφός που σκοτώθηκε ήταν 43 ετών, «ένας υγιέστατος, ζωντανός νέος άνδρας, ο οποίος δεν είχε ακόμη τελέσει γάμο και δεν είχε αποκτήσει τέκνα και όπως είναι πρόδηλο, βρισκόταν στην αρχή της προσωπικής και επαγγελματικής του ζωής, με προοπτική να ζήσει για πολλά χρόνια ακόμη, να δημιουργήσει δική του οικογένεια και πλήρη προσωπική και οικονομική αυτοτέλεια και γενικά να χαρεί τη ζωή». Οι γονείς του ήταν ηλικίας 79 και 77 ετών (τον χρόνο του ατυχήματος) και ο αδελφός του 45 ετών.

Σύμφωνα με τους αρεοπαγίτες, το Εφετείο, κρίνοντας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας ως χρηματική ικανοποίηση, «υπερέβη κατά τον καθορισμό αυτού τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού τα επιδικασθέντα ποσά χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική (ακόμη και με βάση τη σχετική νομολογία που παραθέτει το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφαση) και την περί δικαίου συνείδηση είναι μεγαλύτερα από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις, με δεδομένη την καταγνωσθείσα κατά ποσοστό 50% συντρέχουσα αμέλεια του θανόντος».

Επίσης, συνεχίζει η αρεοπαγιτική απόφαση, τα επιδικασθέντα ποσά χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, υπερβαίνουν σημαντικά, αυτά που θα ήταν δίκαια και εύλογα για την ηθική παρηγοριά και ανακούφιση των αναιρεσιβλήτων, με αποτέλεσμα ο καθορισμός τους στο ως άνω ύψος, να παραβιάζει ευθέως την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος).

2. Με την δεύτερη περίπτωση (464/2017), το Εφετείο επιδίκασε σε τροχαίο, ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, τα ποσά των 35.000, 15.000 και 7.000 ευρώ στην θυγατέρα της θανούσας, τον πατέρα και αδελφό αντίστοιχα και κρίθηκε ότι, με τα ποσά αυτά, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως κατά τον προσδιορισμό τους την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον τα επιδικασθέντα ποσά υπολείπονται κατά πολύ των συνήθως επιδικαζόμενων σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Σύμφωνα με την αρεοπαγιτική απόφαση, ο οδηγός του αυτοκινήτου όπου τραυμάτισε θανάσιμα οδηγό μοτοποδηλάτου, από αμέλειά του συνισταμένη στη μη προσήλωσή του στην οδήγηση, ενόψει και του ότι οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αφού βρέθηκε στο αίμα του οινόπνευμα 0,80 gr ανά λίτρο αίματος, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η οδηγική του ικανότητα, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ενώ έβαινε με αυξημένη για τις ως άνω συνθήκες της οδού ταχύτητα και δη πάνω από το ως άνω επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας.

Σημειώνεται ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος και εμφανίστηκε αργότερα στο Αστυνομικό Τμήμα.

 

Tags: