Η πικρία του για την αποχώρησή του από τη θέση του και το γεγονός ότι θεωρούσε πως το υλικό της λίστας είναι παράνομο υλικό, ήταν οι λόγοι που, κατά τον Ευάγγελο Βενιζέλο, οδήγησαν τον πρώην εισαγγελέα Ιωάννη Διώτη να αποκρύψει το στικάκι με τη λίστα Λαγκάρντ, όταν αποχώρησε από επικεφαλής του ΣΔΟΕ. Ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, ουσιαστικά έτεινε χείρα βοηθείας προς τον κ. Διώτη λέγοντας ότι «αποκλείει να είχε δόλο», ενώ μίλησε για πολιτικές και επικοινωνιακές σκοπιμότητες που στόχο είχαν να πλήξουν την τότε κυβέρνηση και για το λόγο αυτό μεγαλοποίησαν την υπόθεση της λίστας Λαγκάρντ και την κατέστησαν «διάσημη».

Ο κ. Βενιζέλος, όπως και ο Γ. Παπακωσταντίνου, ο οποίος επίσης ήταν παρών, έχουν κληθεί ως μάρτυρες ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων στη δίκη με κατηγορούμενο τον πρώην επικεφαλής του ΣΔΟΕ, Ιωάννη Διώτη, για το κακούργημα της απιστίας στην υπηρεσία. Το αδίκημα αφορά την απόκρυψη ύπαρξης αντιγράφου της λίστας (στικάκι), γεγονός που ο μάρτυρας χαρακτήρισε «ανακρίβεια» εκ μέρους του «έγκριτου εισαγγελικού λειτουργού», για τον οποίο όπως είπε «δεν βλέπει κανέναν δόλο».  

Ο ίδιος όπως είπε έλαβε «ένα αντίγραφο του αντιγράφου», ενώ στις ερωτήσεις του δικαστηρίου γύρω από τα αίτια της απόκρυψης του περιβόητου στικ, που οδήγησε τον Ιωάννη Διώτη στο εδώλιο, αναφέρθηκε σε δύο λόγους:

Μάρτυρας: Μπορώ να εκτιμήσω ότι δεν είχε σκοπό να βλάψει το δημόσιο συμφέρον. Σημασία για μένα έχει το ότι ο κ. Διώτης αποχώρησε από τη θέση του, δεν ενημέρωσε το διάδοχό του, ενώ ισχυρίστηκε ότι δεν κράτησε κανέναν αντίγραφο. Αυτό εκτιμώ οφείλεται σε δύο λόγους: Δεν ήθελε να έχει εμπλοκή, γιατί έκρινε πως η επεξεργασία των στοιχείων είναι παράνομη, αφού και το υλικό ήταν παρανόμως αποκτηθέν, και δεύτερον ήθελε να διαμαρτυρηθεί για τη λήξη της θητείας του και την μη ανανέωσή του.

Πρόεδρος: Και μετά μου λέτε ότι δεν είχε δόλο;

Μάρτυρας: Λέω ότι δεν μπορώ να αντιληφθώ και να αποδεχθώ, με βάση τη διαδρομή του, ότι είχε δόλο να βοηθήσει τους καταγεγραμμένους στη λίστα.

Εισαγγελέας: Αφού το θεωρούσε παράνομο αποδεικτικό υλικό, τότε γιατί το κράτησε;

Μάρτυρας: Συμβαίνει αυτό. Αυτό γίνεται από κρατική σκοπιμότητα, όχι κρατική νομιμότητα όμως.

Εισαγγελέας: Σας εξήγησε γιατί το κράτησε, έστω εκ των υστέρων;

Μάρτυρας: Όχι. Παράνομο υλικό φτάνει κατά κόρον στο ΣΔΟΕ. Έχω την άποψη ότι δέχθηκα πολιτική επίθεση από την αντιπολίτευση, γιατί ειπώθηκαν ψευδείς ισχυρισμοί από τον κ. Διώτη. Πολιτικά και εγώ θέλω να μάθω γιατί με ενέπλεξε.. Ευθύνες απεδόθησαν στον Γ. Παπακωνσταντίνου και αυτό έγινε από το Ειδικό Δικαστήριο. Θέλω να καταλάβω τις πολιτικές ευθύνες...

Εισαγγελέας: Δεν το καταλαβαίνω, τι σημαίνει πολιτικές ευθύνες;

Πρόεδρος: Ούτε κι εγώ το αντιλαμβάνομαι...

Μάρτυρας: Όταν η κυβέρνηση Σαμαρά δεν ανανέωσε τη θητεία του κ. Διώτη, υπήρξαν πολιτικές διαμαρτυρίες.

Πρόεδρος: Εδώ δικάζουμε ποινικές ευθύνες. Ο κ. Διώτης ήταν πολιτικός. Για εμένα ένα και ένα κάνουν δύο, για εσάς μπορεί να κάνουν 2,5...

Μάρτυρας: Δεν μιλάτε σε έναν πολιτικό απλώς, αλλά σε έναν καθηγητή. Καταλαβαίνω τις έννοιες του ποινικού δικαίου. Δεν έχει νομική λογική το να θέλει να μετακυλήσει την ευθύνη σε υπουργό. Σύμφωνα με το Σύνταγμα, ο κ. Διώτης δεν μπορούσε να προστατευθεί ποινικώς, γιατί διαχωρίζεται η υπόθεση ως προς τα μη πολιτικά πρόσωπα, λόγω του νόμου περί ευθύνης υπουργού.

Ο πρώην υπουργός Οικονομικών χαρακτήρισε πιο «βαρβάτες» άλλες υποθέσεις  φοροδιαφυγής, εξηγώντας ότι αυτές ήταν «νόμιμα αποκτηθείσες» και δεν θα έβαζαν φρένο στη συμφωνία Ελλάδας - Ελβετίας για τη λήψη στοιχείων Ελλήνων καταθετών, αναφέροντας ως παράδειγμα τη λίστα Λιχτενστάιν. «Η λίστα Λαγκάρντ, με αυτή την έννοια, δεν ήταν η πιο σημαντική», είπε ενώ επισήμανε πως ο ίδιος όφειλε να έχει γενικές πληροφορίες γύρω από την εξέλιξη των ερευνών, αλλιώς θα θεωρείτο ότι παρεμβαίνει. Κατέθεσε, επίσης, πως θεωρεί ότι βοήθησε την υπόθεση, αφού ήταν ο μόνος που διέθετε το στικάκι όταν ξέσπασε η υπόθεση και έτσι εντοπίστηκε η διαφορά των ονομάτων από 2059 σε 2062. Όσο για τον προκάτοχό του Γ. Παπακωνσνταντινου είπε πως δεν είχε ενημερώσει το κ. Διώτη πως το υλικό είχε ληφθεί επίσημα από τις γαλλικές αρχές, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να μην μπορεί κατά την κρίση του να αξιοποιήσει το στικ.

Το ελληνικό Δημόσιο παραστάθηκε ως πολιτική αγωγή διεκδικώντας αποζημίωση ύψους 150.000 ευρώ, όση φέρεται να είναι η ζημία κατά το παραπεμπτικό βούλευμα.

 

Tags: