​Για φυσιολογική σεισμική καταγραφή έκανε λόγο ο καθηγητής Γεωφυσικής του ΑΠΘ, Κ. Παπαζάχος μετά από τους συνεχής σεισμούς σε Μεσσηνία, Ρόδο, Αλόννησο και Σκιάθο, συνιστώντας ψυχραιμία, αφού ζουμε σε μια σεισμογενή χώρα.

«Κάθε μέρα οι Έλληνες …κουνιόμαστε. Τι ακριβώς εννοούμε; Περίπου 30-50 σεισμικές δονήσεις καταγράφονται στους σεισμολογικούς σταθμούς της χώρας και εντοπίζονται σε διάφορες περιοχές. Μόνο που ευτυχώς είναι μικρής έντασης, τις περισσότερες φορές ούτε τις αντιλαμβανόμαστε. Εξάλλου, η σεισμικότητα στην Ελλάδα ε��ναι σταθερά υψηλή εδώ και εκατομμύρια έτη. Αποτελεί επιστημονικό, αλλά και κοινωνικό παραλογισμό να νομίζουμε ότι αυτό θα αλλάξει τα επόμενα έτη», δήλωσε ο κ. Παπαζάχος στο ΑΠΕ – ΜΠΕ.

«Είναι ό,τι πιο φυσιολογικό συμβαίνει», συνέχισε, τονίζοντας ότι «μπορεί για όλους εμάς ένας σεισμός να προκαλεί φόβο, άγνωστο, ανασφάλεια, να αισθανόμαστε απροστάτευτοι, ανυπεράσπιστοι και ευάλωτοι, ωστόσο οι ειδικοί επιστήμονες τον σεισμό τον ερμηνεύουν εντελώς διαφορετικά».

Όπως εξηγεί ο καθηγητής Γεωφυσικής του ΑΠΘ, «με τον όρο σεισμό περιγράφουμε τον τρόπο που αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος τη σεισμική κίνηση, δηλαδή τη σεισμική δόνηση ή αλλιώς σεισμικό κραδασμό που νοιώθουν οι άνθρωποι, όταν τα σεισμικά κύματα φτάνουν εκεί που κατοικούν. Από τις αρχές του 20ου αιώνα που γνωρίζουμε ότι οι σεισμοί οφείλονται στην απότομη κίνηση της Γης σε ρήγματα, δηλαδή σε μεγάλες «ρωγμές» κυρίως στα πρώτα 40χιλιόμετρα του φλοιού της Γης, ο όρος σεισμός καταχρηστικά χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη σεισμική εστία, δηλαδή το σημείο που γεννιούνται τα σεισμικά κύματα στο ρήγμα. Η πραγματική έννοια, όμως, της λέξης αφορά τη δόνηση και όχι την αιτία. Έτσι όταν το σπίτι μας δονείται λόγω π.χ. μίας τεχνητής έκρηξης (π.χ. από τεχνικά έργα) ή ακόμα και όταν περνάει κοντά ένα μεγάλο όχημα (π.χ. φορτηγό) και αυτό είναι σεισμός! Φυσικά οι πιο ισχυροί σεισμοί γεννιούνται μόνο στα φυσικά ρήγματα, που σε ακραίες περιπτώσεις φτάνουν (π.χ. σεισμός Σουμάτρας) και τα 1000 χιλιόμετρα μήκος».
Ευτυχώς, ξεχνάμε!

Το θέμα, όμως, είναι αν εμείς έχουμε συνηθίσει να ζούμε με τους σεισμούς ή τα τελευταία χρόνια το έχουμε κάπως ξεχάσει;

«Μάλλον το έχουμε ξεχάσει σε μεγάλο βαθμό» απαντά αμέσως, ο κ. Παπαζάχος. Κι αυτό όπως εξηγεί «οφείλεται σε δύο παράγοντες, ένα μόνιμο και ένα προσωρινό. Ο μόνιμος παράγοντας είναι το γεγονός ότι οι καταστρεπτικοί σεισμοί στη χώρα μας είναι μία φυσική καταστροφή, η οποία συμβαίνει ανά σχετικά μεγάλα χρονικά διαστήματα σε κάθε περιοχή, της τάξης των δεκαετιών ή και περισσότερο. Η συχνότητα αυτή είναι μεγαλύτερη από άλλα φυσικά φαινόμενα που μας απειλούν ή επηρεάζουν τη ζωή μας(π.χ. πλημμύρες, πυρκαγιές, κλπ.) με αποτέλεσμα να ‘’ξεχνάμε’’ τον υπαρκτό και σοβαρό σεισμικό κίνδυνο. Ο προσωρινός λόγος οφείλεται στην παρούσα οικονομική κρίση, η οποία θέτει άλλα, πιο πιεστικά θέματα στην πολιτεία και την κοινωνία, με αποτέλεσμα τα μέτρα και δράσεις πρόληψης να ξεχνιούνται, μπροστά στα πιο επείγοντα και άμεσα οικονομικά προβλήματα».

«Μεγάλους σεισμούς περιμένουμε πάντοτε στην Ελλάδα»

Ξεκαθαρίζει μάλιστα ότι στην Ελλάδα πάντα περιμένουμε μεγάλους σεισμούς και οι σεισμολόγοι παρατηρούν, κρίνουν, διαπιστώνουν και ξέρουν πότε πρέπει να κάνουν ανακοινώσεις.

«Στην Ελλάδα έχουμε κατά μέσο όρο ένα σεισμό με μέγεθος 6.3 ή μεγαλύτερο. Λέγοντας κατά μέσο όρο, εννοούμε ότι μπορεί ένα και δύο έτη να έχουμε μικρότερους μέγιστους σεισμούς και σε μία επόμενη χρονιά να έχουμε 2 ή και 3 ισχυρούς σεισμούς. Υπήρχαν περίοδοι στον ��λληνικό χώρο με μειωμένη ή αυξημένη σεισμικότητα, π.χ. η δεκαετία 1950-1960 είχε μερικούς από τους καταστρεπτικότερους σεισμούς του 20ου αιώνα στην Ελλάδα, όπως π.χ. το μεγαλύτερο σεισμό της Ευρώπης τον 20ο αιώνα (Αμοργός, μεγέθους 7.5 Ρίχτερ). Όμως, στο επίπεδο της ανθρώπινης ζωής (75-80 έτη σήμερα στην Ελλάδα) η μέση σεισμικότητα είναι πρακτικά αμετάβλητη. Άρα, η προφανής απάντηση είναι ότι μεγάλους σεισμούς περιμένουμε πάντοτε στην Ελλάδα, και θα συμβούν είτε το θέλουμε είτε όχι», είπε.

Όσο για το ποιες περιοχές όμως βρίσκονται στο «κόκκινο» όσον αφορά μιας μικρής ή μεγαλύτερης έντασης σεισμικής δόνησης ο κ. Παπαζάχος δηλώνει ότι «η έρευνα πάνω στα θέματα της πρόγνωσης των σεισμών, κατά συνέπεια και των συνεπειών τους, έχει δείξει ότι παραμένε�� προς το παρόν εντελώς ανέφικτος ο στόχος της βραχυπρόθεσμης πρόγνωσης, δηλαδή δεν μπορούμε να ξέρουμε τις επόμενες ημέρες ή εβδομάδες το πού, πότε και πόσο μεγάλος σεισμός θα συμβεί στην Ελλάδα ή οπουδήποτε αλλού. Η γνώση αυτή δεν υπάρχει, ούτε στην Ελλάδα, ούτε σε παγκόσμιο επίπεδο. Η μακροπρόθεσμη πρόγνωση (επίπεδο δεκαετιών) έχει επιτευχθεί εδώ και πολλά χρόνια και (αν και έχει ακόμα προβλήματα) έχει ενσωματωθεί στους αντισεισμικούς κανονισμούς. Κατά συνέπεια η αναφορά από ορισμένους σε “κόκκινες περιοχές”, “ώριμα ρήγματα” και άλλες παρόμοιες εκφράσεις όχι μόνο στερείται επιστημονικής βάσης (σε παγκόσμιο επίπεδο), αλλά και αποπροσανατολίζει την κοινωνία και την πολιτεία από το πραγματικό πρόβλημα, δηλαδή την ανάγκη αποτελεσματικής αντισεισμικής πρόληψης και προστασίας».

Οι μεγαλύτεροι σεισμοί στην χώρα μας

Όσο για τους μεγαλύτερους σεισμούς στη χώρα μας, ο κ. Παπαζάχος ξεχωρίζει το σεισμό της Αθήνας το 1999.

«Μπορεί να μην ήταν ιδιαίτερα μεγάλος, καθώς ήταν έντασης 5,9 της κλίμακας Ρίχτερ, ωστόσο ήταν ο πιο καταστρεπτικός στην ιστορία του ελληνικού κράτους, αφού χτύπησε το μεγαλύτερο αστικό και οικονομικό συγκρότημα της χώρας μας, δηλαδή την πρωτεύουσα. Ως αποτέλεσμα, τόσο οι άμεσες ανθρώπινες (θύματα, τραυματίες) και οικονομικές (καταρρεύσεις, καταστροφές) συνέπειες, όσο και οι έμμεσες συνέπειες (διακοπή οικονομικής και παραγωγικής δραστηριότητας, κατάρρευση λειτουργίας εμπορικού ιστού, κλπ.) ήταν εξαιρετικά επώδυνες», είπε και πρόσθεσε:

«Το παραπάνω παράδειγμα δείχνει πόσο λίγη σημασία έχει σε ορισμένες περιπτώσεις το μέγεθος του σεισμού. Για παράδειγμα, κανείς δε θυμάται τον πολύ μεγαλύτερο μεγέθους 6.8 της κλίμακας Ρίχτερ μεταγενέστερο σεισμό του Βορείου Αιγαίου το 2014, αφού οι συνέπειές του ήταν πολύ μικρότερες. Αντίθετα πολύ μικροί σεισμοί της τάξης του μεγέθους 5.5-5.9 της κλίμακας Ρίχτερ όπως της Αθήνας το 1999 είχαν σημαντικές επιπτώσεις σε κοντινά αστικά κέντρα, π.χ. Πύργος 1993, Κόνιτσα 1996, κλπ.».

Τέλος, απαντώντας στους φόβους ότι ο πρόσφατος καταστροφικός σεισμός στην Ιταλία επηρεάζει και μπορεί να προκαλέσει μια σεισμική δραστηριότητα και στην Ελλάδα, ο κ. Παπαζάχος δηλώνει κατηγορηματικά:

«Η Ιταλία ανήκει σε μία εντελώς διαφορετική σεισμοτεκτονική ενότητα, με εντελώς ανεξάρτητη σεισμικότητα. Σεισμοί της τάξης μεγέθους 6.0 ως 6.5 της κλίμακας Ρίχτερ, όπως ο πρόσφατος σεισμός στην Ιταλία, δεν μπορούν να επηρεάσουν παρά μόνο την κοντινή περιοχή της κεντρικής ιταλικής χερσονήσου».

Δείτε τί είπε στο STAR και ο πρόεδρος του Οργανισμο�� Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας (ΟΑΣΠ), Ευθύμης Λέκκας.

Διαβάστε επίσης:

Γνωστός σεισμολόγος μιλά στο star.gr: “Πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για μεγάλο σεισμό”