«Πρέπει να τονιστεί ότι είχαμε ένα καθεστώς συνταγματικά προβληματικό και δυστυχώς εξακολουθεί να είναι έτσι. Το προηγούμενο καθεστώς λειτουργούσε με παράνομο τρόπο, το έχει πει και το Συμβούλιο της Επικρατείας. Λειτουργούσε και με προβληματικό τρόπο, γιατί δεν υπήρχαν κανόνες στη λειτουργία του.

Το καινούργιο καθεστώς το οποίο είναι το καθεστώς της ρύθμισης, ξεκίνησε με μια λανθασμένη λογική. Η ρύθμιση της τηλεόρασης δεν είναι ζήτημα της οικονομίας και της αγοράς, αλλά είναι ζήτημα της δημοκρατίας», σημείωσε ο Γιώργος Σωτηρέλης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Πανεπιστημίου Αθηνών.

«Το πώς ρυθμίζεται η τηλεόραση, το ορίζει το ίδιο το Σύνταγμα. Το Σύνταγμα, διαχωρίζει την τηλεόραση από όλες τις άλλες επιχειρήσεις αλλά και από τις εφημερίδες, λόγω της μεγάλης εμβέλειας που έχε��. Για το λόγο αυτό, την υπάγει στον άμεσο έλεγχο του κράτους, ο οποίος όμως είναι άμεσος έλεγχος για να υπηρετηθούν τρεις βασικές αρχές: ισότητα, αντικειμενικότητα και ποιότητα.

Αντικειμενικότητα σημαίνει εξωτερικό και εσωτερικό πλουραλισμό. Δηλαδή αφενός πολλά κανάλια και κατά δεύτερον, εσωτερική πολυφωνία. Δυστυχώς ο νόμος δεν ρύθμισε σωστά ούτε το ένα, αλλά ούτε και το άλλο», πρόσθεσε ο ίδιος.

Στη συνέχεια τόνισε ότι «Ενώ το ψηφιακό τοπίο είναι γνωστό σε όλους ότι επιτρέπει πολλά περισσότερα κανάλια από το αναλογικό, η κυβέρνηση αποφάσισε με έναν άκαμπτο τρόπο σε ότι αφορά στις προδιαγραφές, να οριοθετήσει το τοπίο στα τέσσερα κανάλια.

Το δεύτερο είναι ότι δεν έθεσε κανόνες και κριτήρια με βάση τα οποία θα λειτουργούν τα κανάλια, με αποτέλεσμα αυτά που πήραν άδεια να λειτουργήσουν όπως λειτουργούσαν και τα προηγούμενα».

Στο τέλος κατέληξε υπογραμμίζοντας: «Κατά την άποψή μου το τηλεοπτικό τοπίο, συνεχίζει να είναι θολό και αβέβαιο και με πολλές νομικές εκκρεμότητες. Εκκρεμεί η απόφαση του ΣτΕ η οποία δεν ξέρω πού θα καταλήξει αλλά πάντως ενδέχεται να αλλάξουν τα πράγματα τουλάχιστον κατά την γνώμη μου, στο σκέλος του αριθμού των αδειών. Δεύτερον είναι ανοιχτό το ζήτημα του ποιος διεξήγαγε τον διαγωνισμό, ότι δηλαδή τον διεξήγαγε η κυβέρνηση και όχι το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης.

Εδώ πρέπει να τονίσω ότι είναι τεράστια και η ευθύνη της αντιπολίτευσης η οποία δεν συνέπραξε στη συγκρότηση του Εθνικού Συμβουλίου, με αποτέλεσμα να αναλάβει τον διαγωνισμό η κυβέρνηση, επικαλούμενη και μνημονιακή υποχρέωση.

Άρα πρώτα πρέπει να τελειώσουμε με τις εκκρεμότητες αυτές και κατά την άποψή μου από εκεί και πέρα το πεδίο μέ��ει ανοιχτό και έπρεπε να είναι ανοιχτό από την αρχή για πολιτική συνεννόηση.

Δεν είναι σωστό το ΣτΕ με το πιστόλι στον κρόταφο να λύνει αυτά τα ζητήματα. Το πολιτικό σύστημα αποδείχθηκε ανώριμο να λύσει ένα τόσο μεγάλο ζήτημα. Πρέπει επιτέλους να υπάρξει μια συνεννόηση που θα καταλήξει σε έναν μεγαλύτερο αριθμό καναλιών, άρα σε ένα δεύτερο διαγωνιστικό στάδιο, ώστε να εξασφαλιστεί ο πλουραλισμός και παράλληλα να αλλάξει και το καθεστώς το νομικό ώστε να τεθούν όροι και κριτήρια και για να πάρει ένα κανάλι άδεια αλλά και για να συνεχίσει να λειτουργεί».