​«Χτυπούσαν με ξύλα και σίδερα το παράθυρο και την πόρτα του σπιτιού. Έβριζαν τον αδελφό μου και τους έβριζε και εκείνος…του φώναζαν έλα έξω ρε μ@λ@κ@ να σου μάθω ποια είναι η Χρυσή Αυγή».

Με κάθε λεπτομέρεια, μιλώντας ελληνικά και τονίζοντας πως στην θρησκεία του «είναι πολύ κακό πράγμα να πεις ψέματα» περιέγραψε στην δίκη της Χρυσής Αυγής, ο Αιγύπτιος ψαράς Αμπού Χαμάντ Σαάντ, την φρίκη που έζησε τα ξημερώματα της 12ης Ιουνίου 2012 όταν δεκαμελής ομάδα επιτέθηκε στο σπίτι του, στο Πέραμα.

Ο Αμπού Χαμάντ Σαάντ κατέθεσε πως το επίμαχο βράδυ ξύπνησαν από τα βίαια χτυπήματα στο παράθυρο και την πόρτα του σπιτιού στο οποίο κοιμόταν ο ίδιος, τα δυο του αδέλφια, τα δυο του ανίψια και ο Αμπουτζίν Εμπάρακ.

Απαντώντας σε ερωτήσεις της προέδρου, ο μάρτυρας άρχισε να κλαίει όταν έφθασε η στιγμή να περιγράψει την στιγμή που αντίκρυσε τον φίλο του, που γνωρίζει από την Αλεξάνδρεια, αιμόφυρτο στην ταράτσα του σπιτιού.

«Χτυπήσανε το παιδί, είπα στον αδελφό μου. Τον βρήκα ξαπλωμένο να βογκάει, με τα χέρια ανοιχτά, με αίμα, πολύ αίμα, στο κεφάλι και στο στόμα, που κυλούσε στον λαιμό του. Το σαγόνι του είχε στραβώσει. Δεν μπορούσε να μιλήσει, μόνο βογκούσε. Είχε σκιστεί το μανίκι από το μπουφάν του. Ένιωσα κι εγώ ότι καταρρέω».

Σύμφωνα με τον μάρτυρα, αυτοί που τους επιτέθηκαν ήταν περίπου δέκα μαυροντυμένοι, εκτός από έναν ο οποίος δεν φορούσε μαύρο! Η επίθεση έγινε βράδυ με ξύλα κα�� σιδηρολοστούς.

«Ήταν δυο άτομα στο παράθυρο και το τράβαγαν που ήταν μισάνοιχτο, να το ανοίξουν και ο αδελφός μου προσπαθούσε να το κρατήσει κλειστό, τραβώντας το προς τα μέσα. Κάποιος φώναζε στην πόρτα «άνοιξε Aχμετ». Τρόμαξα... Χτύπαγαν με ξύλα και σίδερα τα παράθυρα.

Αρχικά χτύπησαν στο ένα παράθυρο και στη συνέχεια σε ένα ακόμη και την πόρτα. Είδα τα σίδερα και τα ξύλα... έσπασαν μέρος του παραθύρου. Δεν κατάφεραν να μπουν μέσα από το παράθυρο… Έσπασαν το τζάμι με έναν πυροσβεστήρα και το άνοιξαν και τον πέταξαν μέσα στο σπίτι… γέμισε ασπρίλα.

Ο αδελφός μου φώναζε «φέρε ξύλα για να τους φοβίσουμε» αλλά δεν βρήκα τίποτα στο σπίτι. Άρχισαν να χτυπάνε την κλειστή πόρτα. Λίγους μήνες νωρίτερα είχα ακούσει στην ι��θυόσκαλα πως κάποια παλικάρια, σαν και μένα, που ανήκουν στη Χρυσή Αυγή, βγαίνουν και μπορεί να σου κάνουν κακό. Υπέθεσα πως ήταν αυτοί».

Απαντώντας σε ερώτηση της προέδρου, αν γνώριζαν τον αδελφό του, αφού τον φώναζαν με το όνομά του, ο μάρτυρας είπε: «Όλοι στην περιοχή τον ήξεραν τον αδελφό μου… Πέραμα, Κερατσίνι, Καμίνια. Έχει δικό του μαγαζί, πουλάει ψάρια και πάνω στο αυτοκίνητο γράφει το όνομά του και τη διεύθυνση».

Σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα, οι δράστες έφυγαν γιατί «φωνάζαμε πολύ δυνατά για βοήθεια, για να ξυπνήσει κάποιος από τη γειτονιά να μας προλάβουν. Ο μικρός αδελφός μου άνοιξε το παράθυρο και άρχισε να πετάει πράγματα στο δρόμο…φωνάζαμε πολύ δυνατά.

Βγήκε ένα παιδί με την γυναίκα του και ένας ακόμη από τη γειτονιά. Τελικά, όταν κατάλαβαν πως δεν μπορούν να μπουν μέσα έφυγαν. Η επίθεση κράτησε περίπου 3-4 λεπτά. Στη συνέχεια έσπασαν τα δυο αυτοκίνητά μας, που ήταν παρκαρισμένα μπροστά στο σπίτι και ένα τρίκυκλο».

Ο μάρτυρας είπε πως τρομοκρατήθηκε από την επίθεση της ομάδας των μαυροφορεμένων και τόνισε πως πιστεύει ότι πριν την επίθεση τους παρακολουθούσαν. «Φοβήθηκα πολύ, ήθελα να φύγω από το σπίτι όσο χτυπούσαν αυτοί, αλλά δεν βγήκα έξω. Τα μικρά παιδιά μπήκαν κάτω από τα κρεβάτια». Είπε επίσης πως την επομένη της επίθεσης έφυγαν από το σπίτι αυτό και ότι αφού φιλοξενήθηκαν σε φίλους για λίγες ημέρες, βρήκαν άλλο σπίτι.

Σε άλλη ερώτηση της προέδρου, αν ο ίδιος ή τα αδέλφια του είχαν με κάποιον διαφορές, ο μάρτυρας απάντησε πως ποτέ δεν είχαν διαφορές με κανέναν: «Εμείς εδώ αγωνιζόμαστε. Ήρθαμε εδώ για μεροκάματο, όχι για να κάνουμε κακό, αλλά για να δουλέψουμε και να ζήσουν τα παιδιά μας καλύτερα. Τι διαφορές να έχουμε; Πουλάω ψάρια, αν θέλει παίρνει κανείς, αν δεν θέλει, δεν παίρνει».

Η δίκη θα συνεχιστεί στις 19 Σεπτεμβρίου.