​Σε ένα μικρό δρόμο της Νέας Υόρκης, βρίσκεται το μοναδικό ελληνικό μπακάλικο. Η ιστορία ζωής του ιδιοκτήτη, θα μπορούσε να γίνει κινηματογραφική ταινία.
Ο κύριος Γιώργος Μπίγκλης, έφτιαξε περιουσία και τώρα πια έχει μόνο ένα όνειρο. Με κόπο συγκρατεί τα δάκρυά του, μιλώντας στην κάμερα του Star και τον Γιάννη Ευσταθίου.
«Είχαμε μεγάλη περιουσία. Πενταόροφη πολυκατοικία, υπηρέτες, χρήματα, εστιατόρια. Σε μια στιγμή εξαφανίστηκαν όλα». Είναι ό,τι θυμάται από τα παιδικά του χρόνια στην Αλεξάνδρεια, μέχρι τους διωγμούς του καθεστώτος Νάσερ. Ο πατέρας του πέθανε 39 ετών.
Κι η μητέρα του με τα πέντε μικρά της παιδιά ήρθε κυνηγημένη στην Ελλάδα. Από δω, έφυγε για τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως τόσοι και τόσοι Έλληνες εκείνης της εποχής. Ήθελε να φτάσει στη Γη της Επαγγελίας, εκεί όπου όλα τα όνειρα είναι δυνατά. Τίποτα όμως, δεν ήταν εύκολο. Έκανε όλες τις δουλειές, από το πρωί μέχρι το βράδυ. Όλα για την επιβίωση.
«Φύγαμε από τα μεταξωτά και πήγαμε στη λάσπη. Εγώ έβγαζα 150 δραχμές τη νύχτα σε κινηματογράφους, πουλώντας φιστίκια, πασατέμπο, τσιπς, σάμαλι, κοκ, λεμονάδες, πορτοκαλάδες».
Έφτασε πολύ κοντά στο θάνατο, καθώς προσβλήθηκε από τύφο. Με παρέμβαση της Αρχιεπισκοπής προκειμένου να σωθεί το εγκαταλελειμμένο αγόρι κλείστηκε σε ορφανοτροφείο. Όμως, εκεί χειρότερη κόλαση τον περίμενε. Ξύλο και πάλι ξύλο. Καμία τρυφερότητα, καμία αγάπη.
«Αυτό ήταν το μεγάλο πλήγμα. Αντί να γίνω καλύτερος, έγινα χειρότερος. Έπεσα θύμα μπούλινγκ. Έπεφτε ξύλο, σφαλιάρες». Και όμως ο κύριος Γιώργος κατάφερε να βγάλει έστω το δημοτικό. Με πείνα και θυσίες. «Έβγαλα το δημοτικό με τις κλωτσιές. Μου το χάρισαν δηλαδή, για να ησυχάσουνε. Έκλεβα τα σάντουιτς του διπλανού μου, γιατί πεινούσα».
Η ζωή άρχισε να του χαμογελάει, όταν γνώρισε τη γυναίκα του, πρόσφυγα από την Κυρήνεια. Παντρεύτηκαν και πέντε χρόνια μετά, το '91, αγόρασε το μπακάλικο. Καταχρεώθηκε, αλλά πέτυχε το αμερικανικό όνειρο. Δουλειά από το πρωί μέχρι το βράδυ. Δεν έχει πάει ποτέ ούτε μία μέρα διακοπές.
Και όμως, ο κύριος Γιώργος όπως τόσοι και τόσοι Έλληνες της διασποράς, μεγάλωσε με αξιοπρέπεια τρία παιδιά. Όταν αναλογίζεται τη ζωή του, με κόπο συγκρατεί τα δάκρυά του.
«Το όνειρό μου είναι να τα πουλήσω όλα. Να βρεθώ με τη γυναίκα μου μόνοι μας. Να πάρω μια βάρκα, να ξεκουραστούμε. Δουλεύω 50 χρόνια, επτά μέρες τη βδομάδα, χωρίς day off (ρεπό), χωρίς vacation (διακοπές), χωρίς τίποτα».
Έχει πλέον πελάτες, ακόμη κι εφοπλιστές. Που κάνουν ψώνια μέχρι και χίλια δολάρια την εβδομάδα. Αλλά το αντίτιμο σκληρό… «Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς φίλους. Μόνο οικογένεια, δουλειά… Τίποτα άλλο».