Ελεύθεροι, χωρίς κανέναν περιοριστικό όρο, αφέθηκαν μετά την απολογία τους στον ανακριτή κατά της διαφθοράς Κώστα Σαργιώτη, για το αδίκημα της απιστίας, τα 6 μέλη του Συμβουλίου Εμπειρογνωμόνων του ΤΑΙΠΕΔ, εκ των οποίων οι τρεις είναι αλλοδαποί και εμπλέκονται στην υπόθεση πώλησης και επαναμίσθωσης των 28 ακινήτων από το ΤΑΙΠΕΔ.

Η συγκεκριμένη υπόθεση και κυρίως το γεγονός ότι τρείς Ευρωπαίοι τεχνοκράτες βρέθηκαν υπό κατηγορίαν είναι το μεγάλο αγκάθι μεταξύ κυβέρνησης και θεσμών, όπως διαφάνηκε από τον δημοσιοποιημένο διάλογο Τσακαλώτου -Ντάισεμπλουμ στο Eurogroup της 24ης Μαΐου.

Πρόκειται για τον Ισπανό πρόεδρο της Κτηματικής Υπηρεσίας του Ισπανικού Δημοσίου, τον ομόλογό του της Ιταλίας και τον Σλοβάκο πρόεδρο του Χρηματιστηρίου της χώρας του, οι οποίοι συμμετείχαν στο Συμβούλιο Εμπειρογνωμόνων που εισηγήθηκε στο ΔΣ του ΤΑΙΠΕΔ την πώληση των ακινήτων.

Πριν τις απολογίες τους εξετάστηκε και μάρτυρας υπεράσπισης, ενώ η βασική υπερασπιστική γραμμή τους εδράζεται στο γεγονός ότι ο ρόλος τους ήταν απλώς γνωμοδοτικός και συνεπώς όχι δεσμευτικός για το ΔΣ το οποίο και αποφάσισε τελικά.

Όπως επισήμαναν άλλωστε οι συνήγοροι τους Αλέξανδρος Λυκουρέζος και Γιάννης Γιαννίδης, υπό αυτή την έννοια δεν είχαν καμία διαχειριστική ευθύνη δημοσίου χρήματος άρα δεν υφίστατα�� ευθύνη «απιστίας» τους στην υπηρεσία, όπως περιγράφεται το αδίκημα. Όπως είπαν δε οι εκτιμήσεις τους ήταν και νόμιμες και τελικά επωφελείς.

Ο καυγάς

Ο εκνευρισμός των Ευρωπαίων αφορά το γεγονός ότι διώκονται οι τεχνοκράτες, ενώ θεωρούσαν πως θα έπρεπε να έχουν ποινική αμνηστία όπως τα μέλη του ΔΣ του ΤΑΙΠΕΔ, γεγονός που είχε επιτευχθεί νομοθετικά, από την ίδρυση του ταμείου, με απαίτηση της τρόικας.

Γι’ αυτό οι Ευρωπαίοι δια του Ντάισεμπλουμ ζητούν από την ελληνική κυβέρνηση ενόψει της ίδρυσης του νέου υπερταμείου να επεκταθεί η αμνηστία για το αδίκημα της απιστίας στην υπηρεσία (που ισχύει για τον ΔΣ του ΤΑΙΠΕΔ) και στο Συμβούλιο Εμπειρογνωμόνων κάτι που σήμερα δεν ισχύει.

Επισήμως λοιπόν ζητούν να νομοθετηθεί «ποινική» αμνηστία για το μέλλον και στα συμβούλια εμπειρογνωμόνων τόσο του ΤΑΙΠΕΔ όσο και του νέου υπερταμείου. Αν με αυτό τον τρόπο (ως ευνοϊκότερος νόμος) καταλήξει τελικά να απαλλαγούν στην μελλοντική ποινική εξέλιξη και για την νυν υπόθεση, ακόμα καλύτερα.

Τα ακίνητα

Στο εισαγγελικό πόρισμα, για τη συγκεκριμένη υπόθεση , που συνέταξαν οι εισαγγελείς Αγγελική Τριανταφύλλου και Ιωάννη Σέβη, θεωρεί πως το ελληνικό Δημόσιο ήταν ο μεγάλος χαμένος της πώλησης και επαναμίσθωσης των 28 ακινήτων, αφού η ζημία κυμαίνεται στα 575.856.504 ευρώ.

Η διαγωνιστική διαδικασία για τη δημοπράτηση των ακινήτων (τα οποία είχαν χωρισθεί σε δύο χαρτοφυλάκια) ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 2013 με την ανάδειξη από το Διοικητικό Συμβούλι�� του Ταμείου -μετά τη γνωμοδότηση των μελών του συμβουλίου- ως αναδόχων των Ανωνύμων Εταιρειών Επενδύσεων σε Ακίνητη Περιουσία «Eurobank Properties Α.Ε.Ε.Α.Π.» για το Β’ Χαρτοφυλάκιο έναντι οικονομικού ανταλλάγματος 145.810.000 ευρώ και «Εθνική Πανγαία Α.Ε.Ε.Α.Π.» για το Α’ Χαρτοφυλάκιο έναντι οικονομικού ανταλλάγματος 115.500.000 ευρώ και συνολικά 261.310.000 ευρώ.

Επόμενο βήμα οι υπογραφές των συμβάσεων τον Μάιο του 2014, με τις οποίες καταρτίσθηκαν 2 συμβολαιογραφικές πράξεις πώλησης και 28 συμβολαιογραφικές πράξεις (επανα)μίσθωσης εικοσαετούς διάρκειας για το καθένα από τα πωληθέντα ακίνητα, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες στέγασης των δημοσίων υπηρεσιών, αντί συνολικών μισθωμάτων για το πρώτο μισθωτικό έτος 25.589.800 ευρώ.

Στο συνολικό ποσό των μισθωμάτων που υποχρεώθηκε να καταβάλλει το ελληνικό Δημόσιο από την έναρξη της μίσθωσης μέχρι σήμερα για τη μίσθωση κενών εν όλω ή εν μέρει κτιρίων, δηλαδή για τα κτίρια που δεν γίνεται υφιστάμενη χρήση, η επελθούσα ζημία υπολογίζεται ότι ανέρχεται σε 6.661.678 ευρώ.