O Γιάννης Καραθανάσης, γιος του χειριστή του ελικοπτέρου που έπεσε στα Ίμια, τον Ιανουάριο του 1996, μιλά για πρώτη φορά, 20 χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα του, Χριστόδουλου. Τότε, το παιδί ήταν μόλις 1 έτους.

«Είναι αρκετά βαρύ (σ.σ. το όνομα του πατέρα του). Σε κάποιες στιγμές σκέφτεσαι ότι πρέπει να είσαι αντάξιος. Βέβαια με τον τρόπο που με μεγάλωσε η οικογένεια μου και κυρίως η μητέρα μου, έμαθα τη σημασία της πράξης του πατέρα μου, είτε έγινε με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο που όλοι ξέρουμε. Εικάζουμε πράγματα. Πιο πολύ να ζούμε με αξιοπρέπεια και ήθος» εξηγεί ο 21χρονος Γιάννης.

«Η μητέρα μου εκείνη τη μέρα, ουσιαστικά το έμαθε από την τηλεόραση. Εκείνη την ώρα ήταν στη δουλειά της» σημειώνει ο γιος του ήρωα Χριστόδουλου Καραθανάση για τη μέρα θανάτου του πατέρα του και προσθέτει:

«Εγώ έμαθα να ζω με μία μαμά. Δεν μου φαινόταν περίεργο. Έμαθα την αλήθεια για τον πατέρα μου από την αρχή και σταδιακά με τα χρόνια, μάθαινα περισσότερα».

Ο ίδιος περιγράφει ότι στο σχολείο όταν τον ρωτούσαν οι φίλοι του, έλεγε: «Ο μπαμπάς μου είχε πέσει με ένα ελικόπτερο γιατί είχε πάει να υποστηρίξει την Ελλάδα και σκοτώθηκε».

Το παλληκάρι αναφέρει τι έγινε το βράδυ πριν το θάνατο του πατέρα του, όπως του τα έχει εξιστορήσει η μητέρα του. «Ήταν βράδυ και οι γονείς μου έβλεπαν τηλεόραση. Ο πατέρας μου δεν είχε βάρδια εκείνη τη μέρα. Έτυχε όμως να μην μπορούν να βρουν στο τηλέφωνο τον άνθρωπο που είχε βάρδια κι έτσι πήγε ο πατέρας μου στα Ίμια».

Ανατριχιαστική είναι η περιγραφή του παιδιού, για το γεγονός ότι ο πατέρας του ήξερε που θα πήγαινε και πριν το ταξίδι δεν άφηνε εκκρεμότητες. Τρομερό είναι επίσης ότι δεν είχε υπο��ράψει ότι συμφωνούσε να πετάξει με αυτήν την πτήση.

«Είχε γνώση της κατάστασης. Πριν φύγει αποχαιρέτησε συγγενείς, πήρε τηλέφωνο τον παππού μου, την αδελφή του. Κάτι που δεν συνήθιζε να κάνει πριν από κάθε ταξίδι. Μάλιστα, κανόνισε το αυτοκίνητο που άφησε στη βάση, να του το γυρίσει κάποιος στο σπίτι. Το ρολόι, τη βέρα του και τη στολή του τα άφησε στο καράβι και ζήτησε να τα επιστρέψουν στη γυναίκα του. Θεωρητικά θα μπορούσε να είχε πει “όχι” και να μην είχε πάει. Είχε όμως έντονο το αίσθημα ευθύνης ο πατέρας μου».