​Στο νέο του κείμενο που έδωσε στην δημοσιότητα ο Νίκος Ρωμανός αναφέρεται για πρώτη φορά στην μοιραία νύχτα της δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου στις 6 Δεκέμβρη του 2008.

Ο έγκλειστος στις φυλακές Ρωμανός αναφέρεται εκτενώς στο βράδυ που ο παιδικός του φίλος έπεσε νεκρός από τις σφαίρες του αστυνομικού Κορκονέα στα Εξάρχεια. Να σημειωθεί ότι ο Ρωμανός είναι ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας του Γρηγορόπουλου, ωστόσο δεν πήγε ποτέ στο δικαστήριο για να καταθέσει.

Διαβάστε ένα απόσπασμα από το κείμενό του:

«Σήμερα θα ξεκινήσω να μιλάω για να πω αυτά που πρέπει να αποτυπωθούν ως μια αυθεντική κατάθεση ψυχής στην επαναστατική μνήμη. Την δική μου κατάθεση ψυχής για ένα γεγονός το οποίο αποτέλεσε τον πυροκροτητή για την εντατικοποίηση της ένοπλης εφόδου στα χειμερινά ανάκτορα της εξουσίας. Ένα γεγονός το οποίο συνέβαλε αποφασιστικά στην δημιουργία ενός σημείου χωρίς επιστροφή για όσους οπλίστηκαν και φόρτωσαν στις βαλίτσες τους όνειρα και ελπίδες για έναν κόσμο ελευθερίας, σε μια τέτοια βαλίτσα φόρτωσα και εγώ το μίσος μου μαζί με ρούχα και μερικά ενθύμια και έφυγα οριστικά από το σπίτι μου μια μέρα πριν η αστυνομία εισβά��ει για να με εντοπίσει και να με πάει σιδηροδέσμιο να καταθέσω στο δικαστήριο των μπάτσων- δολοφόνων. Έβαλα φωτιά στις γέφυρες της παρελθοντικής μου ζωής και πέρασα στις γραμμές του παράνομου αναρχικού αγώνα. Παρότι ήμουν δεκαέξι χρονών είχα πλήρη επίγνωση των πράξεων μου και γνώριζα ότι αν και είχα πολύ μεγαλύτερο ηθικό ανάστημα από ότι όλα αυτά τα γελοία ανθρωπάκια που βρισκόντουσαν σε αυτή την αίθουσα, δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα να ειπωθούν όλα όσα πρέπει, δεν ήταν ούτε ο κατάλληλος χρόνος, ούτε εγώ ήμουν πραγματικά έτοιμος συνειδησιακά να σηκώσω ένα τέτοιο ιστορικό βάρος. Για αυτό και προτίμησα να σιωπήσω και να αφοσιωθώ στον πόλεμο εναντίων της εξουσίας, στον ίδιο πόλεμο που εφτά χρόνια μετά βρίσκομαι στην ίδια θέση μάχης ως αιχμάλωτος. Ένα ιστορικό βάρος που απέφυγα προσωρινά αλλά ποτέ δεν αποποιήθηκα και θα το σηκώσω τώρα».

Γιατί αρνήθηκε να πάει μάρτυρας στην δίκη:

«Το δικαστήριο στο οποίο αρνήθηκα να παρευρεθώ αλλά και αυτό που θα ακολουθήσει επιχειρούν να βάλουν ένα τέλος με την μορφή της θεσμικής επικύρωσης σε μια πτυχή της ανατρεπτικής ιστορίας, μια πτυχή που ντρόπιασε την δημοκρατία καθώς ανέδειξε το άρωμα του θανάτου που σέρνει πίσω της. Η συγκεκριμένη πτυχή, αναπόσπαστο κομμάτι μιας ιστορία�� που θα υπάρχει όσο οι καταπιεσμένοι θα εξεγείρονται ενάντια στους καταπιεστές τους, διαδραματίστηκε ένα βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου του 2008 στην συμβολή των οδών Μεσολογγίου και Τζαβέλα στα Εξάρχεια. Αυτά που θα πω σε καμία περίπτωση δεν λέγονται ώστε να διευκολύνουν τους δικαστικούς μηχανισμούς να εκδώσουν μια μελλοντική δίκαιη ετυμηγορία. Δεν πιστεύω ούτε στους νόμους, ούτε στα δικαστήρια, ούτε στις φυλακές που υψώνονται απειλητικές για να πειθαρχήσουν όσους αποκλίνουν από την έννομη τάξη θάβοντας τους ζωντανούς ανάμεσα σε τσιμέντο και κάγκελα. Έχω το θάρρος να πιστεύω στην δύναμη του ελεύθερου ανθρώπου, στην δυνατότητα του αυτοκαθορισμού του μέσα σε έναν κόσμο καθολικής υποταγής, στην προοπτική της αναρχικής επανάστασης και στην πρακτική της διαρκούς αναρχικής εξέγερσης», γράφει χαρακτηριστικά.

Το μοιραίο βράδυ της δολοφονίας

«Η καταραμένη νύχτα της 6ης Δεκεμβρίου. Καθόμουν εγώ, ο Αλέξα��δρος και κάποια άλλα παιδιά στον πεζόδρομο της Μεσολογγίου όπως κάναμε σχεδόν σε καθημερινή βάση.

Μετά από λίγη ώρα ήρθε ένας σύντροφος και μας πρότεινε να πάμε στην Χαριλάου Τρικούπη να περιμένουμε να περάσει κάποιο περιπολικό για να του πετάξουμε κάτι πέτρες που είχε μαζέψει. Όντως λοιπόν πήγαμε και περιμέναμε ενώ ο Αλέξανδρος καθόταν πιο πίσω. Μετά από λίγη ώρα πέρασε το περιπολικό με τον Κορκονέα και τον Σαραλιώτη.

Χωρίς να το ξέρω το πλήρωμα του χρόνου είχε φτάσει για όλους μας, ήταν η στιγμή που θα άλλαζε τα πάντα. Η κλεψύδρα της ζωής γύρισε την στιγμή που η πέτρα έπεφτε πάνω στο περιπολικό του Κορκονέα.

Στην συνέχεια γυρίσαμε και καθίσαμε στον πεζόδρομο μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά ενώ ο Κορκονέας με τον Σαραλιώτη πέρασαν με το περιπολικό από την Ζωοδόχου Πηγής για να δουν ποιοι τους επιτέθηκαν εκεί ξαναπετάχτηκαν από μας προς το περιπολικό κάποια μικροαντικείμενα, αφού λοιπόν είδαν την παρέα μας πήγαν πάρκαραν το περιπολικό στην διμοιρία των ΜΑΤ που φυλούσε τα γραφεία του ΠΑΣΟΚ και κατέβηκαν πεζοί στην συμβολή των οδών Τζαβέλα και Ζωοδόχου Πηγής.

Μόλις είδαμε τους μπάτσους σηκωθήκαμε για να φύγουμε καθώς πιστέψαμε ότι μαζί με αυτούς θα είχε έρθει και η διμοιρία των ΜΑΤ όπως γίνεται συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις. Εκείνη την στιγμή οι δυο μπάτσοι άρχισαν να βρίζουν και τότε παρατηρήσαμε ότι είχαν έρθει μόνοι τους χωρίς κάποια υποστηρικτική αστυνομική δύναμη. Έτσι κάποιοι από εμάς κινήθηκαν προς το μέρος τους και ο Αλέ��ανδρος ο οποίος είχε πάει πιο μπροστά τους πέταξε κάτι μπουκάλια μπύρας από αυτά που πίναμε. Μετά από ελάχιστα δευτερόλεπτα ο Κορκονέας έβγαλε το όπλο του και ολοκλήρωσε με σφαίρες την συγκεκριμένη αντιπαράθεση που είχε ξεκινήσει πριν λίγη ώρα.

Μια σφαίρα στην καρδιά του Αλέξανδρου για να κλείσει ο κύκλος της παντοδυναμίας της κρατικής μηχανής. Μια κηλίδα από αίμα στον πεζόδρομο της Μεσολογγίου για να ανοίξει ο κύκλος της εξέγερσης που έκανε συντρίμμια την έννομη τάξη και έσπειρε το χάος και την αναρχία σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας», γράφει.

Στην συνέχεια ο Νίκος Ρωμανός μιλά ξανά για τον Αλέξανδρο:

«Ο Αλέξανδρος λοιπόν είναι πλέον αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της ιστορίας, δεν ξέρω να πω τι θα γινότανε αν είχαν εξελιχτεί αλλιώς τα γεγονότα, εξάλλου το αν δεν είναι τίποτα παραπάνω από τον εσωτερικό δαίμονα του πληγωμένου. Μπορώ όμως να πω για αυτό που ήταν ο Αλέξανδρος μέχρι να πέσει νεκρός από τις σφαίρες του μπάτσου.

Στην μικρή μα περιπετειώδη ζωή του έζησε αυθεντικά, ήταν ένας νεαρός εξεγερμένος γοητευμένος με την ιδέα της αναρχίας σαν αυτούς που τώρα καταλαμβάνουν τα στενά της πόλης εκτοξεύουν μολότοφ στους μπάτσους και καίνε περιπολικά της αστυνομίας, ήταν ανυπότακτος και πεισματάρης, ήταν ένας άνθρωπος ειλικρινής με ευγενική ��υχή και ανιδιοτελή κίνητρα σε ότι και αν έκανε. Ήταν ένας άνθρωπος που ζούσε με ένταση τα πάθη του και τις απογοητεύσεις του».

«Με τον Αλέξανδρο γνωρίστηκα στο σχολείο, αρχίσαμε να κάνουμε πολύ παρέα καθώς μέναμε σχετικά κοντά. Ήταν ένας άνθρωπος που σιχαίνονταν τους καθωσπρεπισμούς και την υποκρισία που επικρατούσε στο σχολικό μας περιβάλλον. Πάντα έψαχνε να βρει διεξόδους απέναντι σε αυτή την συνθήκη και κάπου εκεί ταίριαξαν τα χνώτα μας. Γνωριστήκαμε καλά μέσα από τις κοπάνες που κάναμε δραπετεύοντας από την ρουτίνα της σχολικής πλήξης, τους ατελείωτους περιπάτους μας εξερευνώντας άγνωστα για εμάς σημεία της πόλης , τις καθημερινές μας κουβέντες και τις συζητήσεις μας για όλα όσα μας προβλημάτιζαν. Ο καιρός περνούσε και εμείς συνεχίζαμε να βαδίζουμε σε μονοπάτια διευρυμένων αναζητήσεων και έντονων αμφισβητήσεων για τον κόσμο που μας περιτριγύριζε», γράφει μεταξύ άλλων.

Μάλιστα προσθέτει ότι «...για εμάς που όλη την ημέρα αλητεύαμε σε πάρκα και πλατείες δεν ήταν και δύσκολο να αντιπαθήσουμε την αστυνομία».