Η δραστική μείωση των μετεγγραφών (στα κεντρικά ΑΕΙ/ΤΕΙ ο αριθμός των μετεγγραφών δεν μπορεί να ξεπεράσει το 15% του αριθμού των εισακτέων σε κάθε τμήμα) και η οικονομική αβεβαιότητα σε συνδυασμό με την συμπλήρωση των μηχανογραφικών δελτίων, η οποία συνέπεσε με την επιβολή των capital controls οδήγησαν πολλούς υποψηφίους να μη δηλώσουν σχολή μακριά από τον τόπο κατοικίας τους, με αποτέλεσμα να «βυθιστούν» οι βάσεις των περιφερειακών σχολών και να διαμορφωθούν για ακόμη μία χρονιά βάσεις πολλών ταχυτήτων.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση υποψηφίου, ο οποίος εισάγεται στο Τμήμα Διοίκησης Οικονομίας και Επικοινωνίας Πολιτιστικών και Τουριστικών Μονάδων των ΤΕΙ με έδρα στην Άμφισσα με βαθμό πρόσβασης 1,13!

Σύμφωνα με την «Καθημερινή», πρόκειται για υποψήφιο ο οποίος συμμετείχε στις πανελλήνιες εξετάσεις του 2013, παραδίδοντας ουσιαστικά λευκή κόλλα σε όλα τα μαθήματα, με αποτέλεσμα να συγκεντρώσει συνολικά 970 μόρια και βαθμό πρόσβασης 1,13. Έτσι, φέτος, ο εν λόγω υποψήφιος κατάφερε, χωρίς εξετάσεις, να πάρει το εισιτήριο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Αυτή όμως δεν είναι η μοναδική περίπτωση εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με χαμηλή βαθμολογία καθώς τη φετινή χρονιά σημειώθηκε ρεκόρ χαμηλών βαθμολογιών και σε πανεπιστημιακά τμήματα, αλλά και στα ΤΕΙ.

Πιο συγκεκριμένα, με βαθμό πρόσβασης 3,3 -πρόκειται για την χαμηλότερη βαθμολογία εισαγωγής σε πανεπιστημιακή σχολή- ένας υποψήφιος εισάγεται στο τμήμα Ιταλικής Γλώσσ��ς της Θεσσαλονίκης, ενώ το ρεκόρ εισαγωγής με την χαμηλότερη βαθμολογία σε ΤΕΙ ανήκει σε έναν υποψήφιο που εισάγεται στη Διοίκηση Επιχειρήσεων της Ηγουμενίτσας με 2,17.

Φέτος συνολικά 106 τμήματα (92 ΤΕΙ και 14 πανεπιστήμια) από τα 463 –δηλαδή το 23%– θα δεχθούν φοιτητές με βαθμό χαμηλότερο του 10, ενώ οι κακές επιδόσεις των υποψηφίων οδήγησαν σε πτώση την πλειονότητα των βάσεων εισαγωγής (σε 247 σχολές σημειώθηκε πτώση και σε 216 άνοδος), οι οποίες επέστρεψαν στα επίπεδα του 2012.

Χαρακτηριστικά, η πλέον υψηλόβαθμη Ιατρική Αθηνών με πτώση 309 μορίων βρέθηκε κάτω από το όριο των 19.000, στα 18.924 μόρια.

Παράλληλα, ισχυρό πλήγμα δέχθηκαν τα τμήματα Πολιτικών Μηχανικών, «εισπράττοντας» τη μακρά και οξεία κρίση που βιώνει ο κατασκευαστικός κλάδος τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα.

Ειδικότερα:

Συνολικά 104.616 υποψήφιοι (77.054 με το 90%, 15.640 με το 10%, 11.922 με τα ΕΠΑΛ-Ομάδα Α΄) υπέβαλαν μηχανογραφικό δελτίο, από 99.958 πέρυσι. Το εισιτήριο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση έλαβαν 70.988 (έναντι 72.763 πέρυσι) υποψήφιοι, εκ των οποίων 44.753 για τα πανεπιστήμια, 24.495 για τα ΤΕΙ και 1.740 για στρατιωτικές και αστυνομικές σχολές. Το ποσοστό επιτυχίας διαμορφώθηκε στο 67,86%.

Στον αντίποδα, έμειναν συνολικά 787 κενές θέσεις, εκ των οποίων 225 από φετινούς υποψηφίους ημερήσιων και εσπερινών Γενικών Λυκείων και 209 από υποψηφίους των Επαγγελματικών Λυκείων.

• Μόλις ο ένας στους έξι υποψηφίους εισάγεται σε σχολή της πρώτης του επιλογής.

• Συνολικά, από τις 282 σχολές των ΑΕΙ, σημειώνεται πτώση στις 195.

• Η μείωση των μετεγγραφών και η οικονομική κρίση συνέβαλαν στη μεγάλη πτώση των περιφερειακών τμημάτων. Ενδεικτικό είναι ότι το Τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών Δυτικής Μακεδονίας, που πέρυσι είχε τη μεγαλύτερη άνοδο (κατά 1.960 μόρια) λόγω των ελεύθερων μετεγγραφών, φέτος έχει τη δεύτερη μεγαλύτερη πτώση (κατά 1.538 μόρια) μεταξύ των πανεπιστημιακών τμημάτων.

• Η πτώση στις σχολές Πολιτικών Μηχανικών είναι γενική. Ενδεικτικά, στην εμβληματική Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του ΕΜΠ η βάση έπεσε στα 16.785 μόρια από 18.106 πέρυσι (διαφορά 1.321 μόρια), ενώ η χαμηλότερη βάση εισαγωγής στην αντίστοιχη σχολή σημειώνεται στην Ξάνθη, όπου ο τελευταίος εισακτέος εισάγεται με 14.170 μόρια από 15.589 πέρυσι (-1.419 μόρια).

• Μεγάλες απώλειες μετρούν και οι άλλες πολυτεχνικές σχολές. Ενδεικτικά, το περιζήτητο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του ΕΜΠ έπεσε κάτω από τα 19.000 μόρια, διαμορφώνοντας πλέον βάση εισαγωγής 18.540 μόρια (-532).

Ως προς το πρώτο επιστημονικό πεδίο, η μεγαλύτερη πτώση καταγράφεται στα φιλολογικά τμήματα της περιφέρειας, ενώ «άντεξαν» οι βάσεις των στρατιωτικών και αστυνομικών σχολών, η πτώση των οποίων αποδίδεται μόνο στις χειρότερες βαθμολογίες των φετινών υποψηφίων και όχι στη μείωση της ζήτησης.